Ο θάνατος ως εχθρός και φίλος, Μητροπολίτου Άντονυ του Σουρόζ – Death as enemy and friend , in Orthodox Tradition.


Αναδημοσιεύουμε από το Ιεραποστολικό μπλογκ , η Φωνή της Ορθοδοξίας στην Ασία και την Ινδονησία, 2 άρθρα για το νόημα του θανάτου, ένα του Μητροπολίτου Άντονυ του Σουρόζ  και ένα του Μεγάλου Βασιλείου.

Σας υπενθυμίζουμε να τοποθετήσετε το όνομα του Ιωάννη στα ονόματα που μνημονεύονται σε κάθε Θεία Λειτουργία στην ενορία σας, υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του και, αν  σας είναι εφικτό, να καταθέσετε ένα μικρό ή μεγάλο ποσό για τα παιδιά της ΙΝΔΟΝΗΣΙΑΣ, εις μνήμην του Ιωάννη Μανάλου.

Ο θάνατος ως εχθρός και φίλος. Μητροπολίτου Άντονυ του Σουρόζ

Είναι αλήθεια ότι, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, η ζωή είναι Χριστός και ο θάνατος είναι κέρδος. Είναι αλήθεια ότι θάνατος δεν είναι η αποχώρηση από την εφήμερη ζωή, αλλά η ένδυση της αιωνιότητας. Αλλά υπάρχει κι ένα άλλο σημείο που υπογραμμίζεται από τον απ. Παύλο, κι από το σύνολο των Γραφών. Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να πεθάνει. Η κλήση του είναι για την αιώνια ζωή. Ο θάνατος είναι το αποτέλεσμα της αμαρτίας, με την έννοια της απομάκρυνσης από τον Θεό, της διάστασης από το πλησίον, του διχασμού του από τον αληθινό και βαθύτερο εαυτό του. Με αυτή την έννοια, «έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος» (Α΄ Κορ. 15:26). Ο θάνατος είναι ο εχθρός, τόσο του Θεού όσο και δικός μας. Πράγματι, είναι εχθρός του Θεού κατά τον πιο οδυνηρό και δραματικό τρόπο, αφού εκτείνεται ακόμα και πάνω στον ίδιο τον Χριστό. Παρόλο όμως που είναι τόσο τρομερός εχθρός, το γεγονός ότι σ’ αυτόν παραδίδεται ακόμα κι ο Χριστός που είναι τέλειος Θεός και άνθρωπος, φανερώνει ότι ο θάνατος δεν υπάρχει χωρίς νόημα. Ο θάνατος μπορεί να είναι συνέπεια της αμαρτίας αλλά δεν υπάρχει κάτι κακό καθαυτό μέσα στον ίδιο τον θάνατο που να βεβηλώνει το πρόσωπο του αποθανόντος. Ο Χριστός πέθανε πάνω στον Σταυρό και κατήλθε στον άδη, αλλά δεν αμαυρώθηκε από την κοινωνία του με το μυστήριο του θανάτου.

Έτσι υπάρχει εδώ μία αντίφαση. Από τη μια μεριά ο θάνατος ως συνέπεια του κακού δεν θα έπρεπε να υπάρχει, κι οφείλουμε να τον νικήσουμε. Από την άλλη μεριά μόνον ο θάνατος μας δίνει τη δυνατότητα να σπάσουμε τον αέναο κύκλο του διηνεκούς –και το διηνεκές είναι κάτι πολύ διαφορετικό από την αιωνιότητα. Εάν δεν υπήρχε θάνατος σ’ αυτόν τον κόσμο της αμαρτίας, του κακού και της φθοράς, σιγά-σιγά θα καταλήγαμε στον μαρασμό και την αποσύνθεση χωρίς να είμαστε σε θέση να ξεφύγουμε από τον τρόμο μιας τέτοιας καταστροφής.

Κάθε χρόνο το βράδυ της Ανάστασης και τις σαράντα μέρες που ακολουθούν ψάλλουμε «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας». Αλλά τι βλέπουμε; Τον θάνατο ελεύθερο και ενεργό, τους ανθρώπους να πεθαίνουν όπως πρίν. Δίνεται η εντύπωση ότι κηρύττουμε κάτι που γνωρίζουμε ότι είναι αναληθές.

Ωστόσο, καλό είναι να έχουμε κατά νού ότι ο θάνατος έχει δύο όψεις. Από τη μια έχουμε τον σαρκικό θάνατο, αλλά έχουμε επίσης και τον θάνατο που νοείται ως χωρισμός από τον Θεό, ώς κάθοδος στον τόπο εκείνο όπου ο Θεός είναι απών, τον τόπο της οριστικής και ριζικής του απουσίας. Αυτή η δεύτερη όψη του θανάτου είναι οπωσδήποτε η πιο οδυνηρή και σκληρή. Ο Κύριος βίωσε και τις δύο όψεις του θανάτου. Επέλεξε να συμμεριστεί μαζί μας όλες τις συνέπειες του κακού –ακόμα και τον πλήρη χωρισμό του από τον Θεό. Και παρόλο που ενσκήπτει στον τόπο όπου κατέρχονται όλοι όσοι έχουν απωλέσει τον Θεό, φέρει μαζί του την πληρότητα της θείας παρουσίας. έτσι, δεν υπάρχει πλέον τόπος όπου ο Θεός είναι απών. Αυτό το γεγονός μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πώς μορφώνεται και η δική μας κατάσταση μετά τον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού. Μπορεί να πρέπει να υποστούμε έναν θάνατο προσωρινό, αλλά ο απόστολος Παύλος τον περιγράφει ως κοίμηση. Δεν υπάρχει πλέον εκείνος ο θάνατος που ήταν ο τρόμος του ανθρώπου, ο οριστικός χωρισμός από τον Θεό. Κατά αυτή την έννοια πράγματι ο θάνατος έχει νικηθεί από τον θάνατο. Ακόμα και τώρα –έστω δισταχτικά και σε στάδιο εμβρυακό- γινόμαστε κληρονόμοι της αιωνιότητας.

Όταν ανακαλούμε το παρελθόν, συχνά θλιβόμαστε γιατί στερήσαμε από την αγάπη μας πρόσωπα που πλέον δεν βρίσκονται δίπλα μας να αγαπήσουμε. Υιοθετούμε αυτή την εντύπωση γιατί απλά στρεφόμαστε προς λάθος κατεύθυνση. Εάν ο Θεός δεν είναι ο Θεός των νεκρών αλλά των ζώντων (Ματθ. 22:33), τότε όλοι όσοι έφυγαν από τούτη τη γή, είναι ζωνταντοί εν Χριστώ. Κι εμείς μπορούμε να στραφούμε προς αυτούς για συγχώρεση και μεσιτεία. Δεν είναι ποτέ αργά εάν αληθινά πιστεύουμε τον Θεό ως Θεό των ζώντων. Και ποτέ δεν θα πρέπει να μιλούμε για την αγάπη μας σε χρόνο παρελθόντα. Ο θάνατος του σώματος δεν διασπά την σχέση, αφού αυτή ήταν, είναι και θα παραμείνει ζωντανή ανάμεσα σε ανθρώπους που συναντήθηκαν και αγαπήθηκαν σε τούτη τη ζωή.

Ο θάνατος δεν είναι ποτέ το τέλος. Συνεχίζουμε να ζούμε όταν πεθαίνουμε, ακόμα και σε τούτη τη γή, αφού κληρονομούμε τους καρπούς της επίγειας ζωής και ύπαρξής μας σε όσους ακολουθούν. Και συνεχίζουμε να φέρουμε πάντοτε ευθύνη για την απήχηση της βιωτής μας.

(Διασκευή από λόγους που δημοσιεύθηκαν στο Sobornos, τόμος 1, Νο2, 1979, σ.8-18   Μετάφραση από τα αγγλικά, Α.Μ.)

Death as enemy and friend

Yet things are not so simple. It is true that, as St. Paul says, to live is Christ and to die is gain. It is true that to die is not to be divested of temporal life, but to be clothed with eternity. But there is a further point emphasised by St Paul, as also by the rest of Scripture. Man was not created for death; his calling is for eternal life; death is the result of sin in the sense of separation from God, breach with neighbour, loss of contact with man’s real and deeper self. From that point of view, death is the last enemy that shall be destroyed (1 Cor 15:26). Death is the enemy, God’s as much as ours. Indeed, it is God’s enemy in the most striking and dramatic way, for it extends even to Christ himself. But while on the one hand death is such an enemy, the fact that it does reach out to Christ, that it kills him who is perfect man and God himself incarnate, also shows that it is not an evil devoid of meaning. For however much a result of sin and evil death may be, it is not in itself a sin or an evil which necessarily corrupts whoever it touches. Christ was not defiled in his death on the Cross, in his descent into hell, in his partaking of the total tragedy of death: his person was not polluted by communing in its mystery.

So there is an ambiguity here. On the one hand death should not exist, death is the result of evil and is to be defeated. On the other hand death alone enables us to break through the vicious circle of endlessness (and endlessness is something quite different from eternity). If there were no death in a world of sin, evil and corruption, we would slowly decay and disintegrate without ever being able to escape the horror of such gradual destruction.

There was a soldier in a Russian fable who managed to capture death and put it into a bag. He carried the bag on his back, safely secured, and was regarded at first as a benefactor who had saved mankind from its greatest scourge. But then it became obvious that while death might have gone, illness and old age were as much present as before. And when the soldier one day met an old woman, bent with age and illness, she shook her fist at him and shouted: ‘Look what you have done, you evil good-for-nothing. You may have captured death, but you have deprived me of my freedom. Here am I, a prisoner of endlessness, part of a process that has no resolution’. The soldier realized what harm he had done and unleashed death. I need hardly add that it is still free and abroad.

Physical and spiritual death

Each Easter midnight and throughout the forty days that follow we sing that Christ is risen, having undone death by death. And yet what do we see? Death free and abroad, people dying as before. It would seem as if we are affirming something that we know to be untrue.

But we should keep in mind that there are two aspects or death. There is physical death, but there is also death, understood as separation from God, as descent into Sheol, the place where God is not, the place of his radical and definitive absence. It is this second aspect of death which is certainly the more cruel and atrocious. When we look at icons of Christ’s harrowing of hell or speak of it in the Apostle’s Creed, we are confronted by something unquestionably real. The Lord experienced not only the first aspect of death, but the second also. He chose to share with us in all the consequences of evil – including the final separation from God (‘My God, my God, why has thou forsaken me?’). But although he descends to the place where all those who have lost God descend, he brings with him the fullness of the divine presence. Consequently there is now no place left where God is not. And it is this which allows us to understand our situation since Christ’s death and resurrection. We have still to undergo a temporary death, what St Paul describes as a falling asleep (1 Cor 15:6). But there is no longer the death which was the terror of mankind, the final dissolution and separation from God. And in that sense death is indeed undone by death. Even now – however germinally and tentatively – we are the heirs of eternal life.

Facing death

I once went to preach about death at a British university. Afterwards, the chaplain said to me, ‘Do you know, I have never seen a dead person’. I was utterly amazed that a priest, a man in his fifties moreover, had never met death in his family life or in his priestly function – even during the war. It was an incident that made me take more note of my surroundings, and I realized that there is a very strong feeling here that death is a subject to avoid. The dead person should be committed to the care of the undertakers, while the living should turn away from the problem, and the less said about it the better. I found all this very offensive. Since giving that sermon I have taken every opportunity to speak about preparation for death to medical students, doctors, nurses, and to anyone else who is willing to listen. And I have made the discovery that people are quite ready to think about preparing for the death of others. At the same time very few are prepared to reflect that their own turn will come, and that preparation for death really begins with assessing death for oneself, taking a stand, and learning how to live well in order to die well – not so much in moral terms as skilfully, in the right way.

Yet we are all of us sick with the terminal disease known as mortality. It may take us some time to die of it, possibly thirty, sixty years or more. But we are all without exception sick with it and there is no doubt but that death will ensue. It follows that preparing for death cannot concern merely the other person or persons in our care, it concerns ourselves.

Freedom from the power of death

How then shall we prepare? From one point of view death has power over us. We were born and we shall die. It is as simple as that. But there is another aspect of death over which we can have some control.

Some years ago one of our parishioners fell ill. He was taken to hospital, where it was discovered that he had inoperable cancer and would die. He was not told about it at first. But his family was, and so was I. When I went to see him his first reaction (as so often is the case) was one of protest and recrimination. ‘There is so much still to do, and here am I lying in this bed, unable to do a thing. How long is it to be?’ I reminded him of something he had often said: ‘If only I could put a stop to time, if only I could simply be’. I reminded him also that as yet he had never made any serious attempt to put a stop to time. Now God had done it for him. Thus he had no reason to complain, nor any reason to feel guilty. The whole thing was beyond his power to change. Yet lying still as he was, with time flowing by on either side of him, he was given the stillness of his present condition. And he could be as freely, completely and perfectly as he chose.

When I asked him whether he felt that he was yet in a condition of being, he answered, ‘There is still turmoil within me. I can do nothing, yet I go through the motions in respect of all sorts of things’. I put it to him that illness always confronts us with the things that are ultimate, most obviously with death. In death there are two elements or powers in action. The one power is extrinsic: the germs, the virus, the cancer or whatever it is that seeks to destroy the body. The other consists of all the negative attitudes and feelings that suck away vitality from within: resentment, bitterness, remorse, regrets, lack of peace. I urged him to concentrate on all the power of death that lay within him, and to let the doctors look after the rest.

After that we went through a long process (extending over several months) during which, day by day, he assessed his attitude to those who were closest to him. He had the time to do it; moreover was able to do it in the right spirit, seeing things as they were, not from a pragmatic point of view, but from an absolute angle. In the process he made his peace with all those around him.

Next we went back into his past, moving from one thing to another, seeking to understand his own sense of guilt, to assess what he had done or left undone, what others had done or omitted to do. Gradually all this field was cleared. It took a great deal of courage. For it is by no means easy for a man to look at his own life from the stability of the present moment and to make this moment the beginning of God’s judgement on himself.

Eventually, he reached the point when he was almost transparent, so weak that he could hardly use his hands to bring food to his lips. Yet he said to me, ‘How extraordinary it is. I am a dying man, there is nothing left of my strength. Yet I have never felt so intensely alive as I feel now’. He had found himself at that point of absolute cogency and stability which was free and independent of whatever might happen to his body.

Only if we free ourselves from all the germs of death which are within us can we reach such a point, where we become aware that we are ultimately immortal, though our bodies die.

It is not too late

When we recall our past as this man did, we sometimes remember someone we have harmed, but who is now long since dead; and it seems as if there is no way of setting things right. Let me give an example. I met a man in his eighties who, nearly sixty years before, when he was an officer in the Russian Civil War, had accidentally shot the girl he loved, a nurse in his unit. For the rest of his life he could never find peace. He told me that he had repented deeply, had confessed and received absolution. But it made no difference: nothing could free him from his sense of guilt. So I said to him, ‘Why do you turn only to God, to Christ, to a priest to be forgiven? These were not your victims. Turn to the one you killed, to the girl’. He was taken aback. ‘What do you mean, «turn to the girl»? I killed her sixty years ago.’ ‘Indeed you did’, I answered. ‘For that very reason, when you are at prayer this evening turn to her and say, «It is sixty years ago now, but I still carry the guilt and reproach of what I did to you. As the victim, you are the only one who has the power to forgive. Forgive me. And ask God to give me an assurance of forgiveness through peace».’ He acted on my suggestion and indeed gained such assurance.

Too often we fail to resolve something in our past because we turn in the wrong direction. If God is not the God of the dead but of the living (Matt 22:33), then all those who have departed this life are alive in him; we, for our part, can turn to them for their intercession and forgiveness. All too frequently people who have lost someone whom they loved feel that they have not loved them as perfectly as they should; that they are indebted to them in terms of love, but that now it is too late to do anything about it. This is a mistake which we should never allow ourselves to make. It is never too late if we truly believe that God is the God of the living. Never should we say that we loved one another in the past tense. The death of the body does not involve a breach in a relationship that was, is and always remains between people who met and loved each other on earth.

The seeds we sow

Death is never the end. The good we have done continues after us and bears fruit in the lives of others. Unfortunately, the corollary is also true: we can also leave a legacy of evil.

On the positive side, consider the effect of the Gospels. There are countless people who have been converted and transformed by reading even a small passage from them. This they gain from what someone, many centuries ago, formulated and wrote down for the sake of Christ. I myself owe my faith to St Mark. If there is anything good that has come out of my life it is because one day, when I was fifteen years of age, I read St Mark’s Gospel and Christ revealed himself and entered into my life.

By contrast, I think of quite other people who have written books, such as the French nineteenth century writer Gobineau. Gobineau wrote some remarkable short stories, but also a miserable little treatise on the inequality of races. It is a treatise that would now be altogether and deservedly forgotten, except for one thing: it was read by Hitler. It is difficult to suppose that Gobineau shares no responsibility before God for all that resulted from his book. He was a theoretician. But his theories became practice, and they were to cost millions of innocent lives.

In this connection, I remember a fable by Krylov. Two individuals were sentenced to hell and placed in neighbouring cauldrons. One was a murderer, the other had merely written some trashy novels. The author took a quick look over the rim of his cauldron to see how the murderer was faring. He himself was being boiled so fiercely that he could not imagine how his neighbour might be treated. To his indignation he saw the murderer basking in tepid water. He summoned the devil on duty and expressed his dissatisfaction: ‘I merely wrote some novels, and yet you give me such a violent boiling. Whereas this man committed murder and he is relaxing as if that were his bath’. ‘True’, said the devil, ‘but that’s no accident, it’s deliberate.’ ‘How so?’ ‘Well’, said the devil, ‘this man murdered someone in a fit of rage. So we give him a hard boiling every now and again because that’s how his rage flared up, then we give him a rest because it subsided. As for you, whenever anyone buys one of your books we stoke up the fire under your cauldron and add extra fuel’.

There is a theological point here. Our life does not end conveniently when we die, even on earth. It continues over the centuries through heredity and through the by-products of our existence; and we continue to carry a responsibility for its repercussions. Thus, we have met today; I have spoken; I shall be answerable for anything that you will have received and for the way in which it may affect your life.

(   http://ierapostoliko.blogspot.com/2009/05/blog-post_22.html )

Επιστολή του Αγίου ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ του Μεγάλου προς την σύζυγο του Νεκταρίου για να την παρηγορήσει για το θάνατο του παιδιού της.

1. Εσκόπευα να σιωπήσω απέναντι της κοσμιότητός σου με την σκέψη ότι, με την ψυχή συμβαίνει ο,τι και με ένα μάτι που πάσχει από φλεγμονή. Αυτό, δηλαδή το μάτι και το πιο απαλό πράγμα να το εγγίσει ερεθίζεται. Έτσι αισθάνεται και η ψυχή που έχει τραυματιστεί από βαριά θλίψη, όταν πάει κανείς να της μιλήσει. Γιατί τα λόγια όσο και αν είναι παρηγορητικά όταν λέγονται την ώρα που η ψυχή πάσχει και αγωνιά, της φαίνονται πολύ ενοχλητικά. Επειδή όμως σκέφθηκα ότι τώρα έχω να κάνω με Χριστιανή εκπαιδευμένη στα θεία από πολύ καιρό και πεπειραμένη στα ανθρώπινα, ενόμισα ότι δεν θα ήταν σωστό να παραλείψω το καθήκον μου.

Γνωρίζω ποια είναι τα σπλάγχνα των μητέρων και ιδιαίτερα όταν θυμηθώ τούς δικούς σου καλούς και ήμερους τρόπους προς όλους, λογαριάζω πόσο μεγάλος πρέπει να είναι ο πόνος για τη συμφορά που σ᾽ έχει βρει τώρα. Έχασες γιο, τον οποίο, όσον ζούσε, μακάριζαν όλες οι μητέρες και εύχονταν τέτοιοι να είναι και οι δικοί τους γιοι. Και όταν πέθανε, έκλαψαν σαν να είχε θάψει κάθε μία τον δικό της. Ο θάνατος εκείνου υπήρξε πλήγμα στις δύο πατρίδες (εννοεί και του πατέρα και της μητέρας του), την δική μας και την χώρα των Κιλίκων. Μ᾽ εκείνον μαζί έπεσε και το μέγα και ένδοξο γένος (σημ: Ίσως το πεθαμένο παιδί να ήταν μονάκριβο. Έτσι με το θάνατό του ξεκληριζόταν η γενιά τους), κατέρρευσε σαν να μετακινήθηκε η βάση του. Ω συναπάντημα πονηρού δαίμονος! Πόσο τρομερό κακό κατόρθωσες να προκαλέσεις! Ω γη, που αναγκάστηκες να υποφέρεις ένα τέτοιο πάθος! Και ο ήλιος ασφαλώς θα έφριττε, αν είχε αίσθηση μπροστά σ᾽ εκείνο το σκυθρωπό θέαμα. Και τι μπορεί να πει κανείς άξιο να εκφράζει όσα του υπαγορεύει η απελπισία της ψυχής.

2. Αλλά, όπως διδαχθήκαμε από το Ευαγγέλιο, τα όσα μας συμβαίνουν δεν είναι έξω από τη θεία Πρόνοια, γιατί ούτε σπουργίτης δεν πέφτει χωρίς το θέλημα του Πατέρα μας. Ώστε ο,τι έχει συμβεί έγινε με το θέλημα του Δημιουργού μας. Και ποιός μπορεί να αντισταθεί στο θέλημα του Θεού; Ας δεχτούμε λοιπόν το συμβάν. Διότι με την δυσανασχέτηση ούτε αυτό που έχει γίνει διορθώνουμε και επί πλέον καταστρέφουμε τούς εαυτούς μας. Ας μη κατηγορήσουμε την δίκαιη κρίση του Θεού, διότι είμαστε πολύ αμαθείς, για να ελέγχουμε τις ανέκφραστες κρίσεις Του. Τώρα ο Κύριος δοκιμάζει την αγάπη σου σ᾽ Εκείνον. Τώρα έχεις την ευκαιρία να κερδίσεις με την υπομονή σου την μερίδα των Μαρτύρων. Η μητέρα των Μακκαβαίων είδε το θάνατο επτά παιδιών της και δεν στέναξε, ούτε έχυσε άσκοπα δάκρυα, αλλά ενώ έβλεπε τα παιδιά της να φεύγουν από αυτή τη ζωή με σκληρά βασανιστήρια, είχε ευχαριστιακά βιώματα προς το Θεο. Γι᾽ αυτό και κρίθηκε και από το Θεο και από τούς ανθρώπους τέλεια και καταξιωμένη Χριστιανή. Μεγάλη η συμφορά, το ομολογώ και εγώ. Μεγάλοι όμως και οι μισθοί που ο Κύριος έχει ετοιμάσει για όσους κάνουν υπομονή.

Όταν έγινες μητέρα και είδες το παιδί σου και ευχαριστούσες το Θεο, γνώριζες οπωσδήποτε ότι είσαι θνητή και ότι θα γέννησες θνητό. Τι το παράδοξον λοιπόν, που ο θνητός πέθανε; Μήπως σε στενοχωρεί που πέθανε πρόωρα; Δεν μπορούμε να ξέρουμε εάν δεν ήταν τώρα ο κατάλληλος καιρός να φύγει. Γιατί εμείς δεν ξέρουμε τι συμφέρει την ψυχή μας ούτε ορίζουμε προθεσμίες στην ανθρωπίνη ζωή. Στρέψε τα μάτια σου γύρω σ᾽ όλο τον κόσμο όπου κατοικείς, και θα κατανοήσεις ότι όλα όσα βλέπουμε είναι θνητά και ότι υπόκεινται όλα στη φθορά. Κοίταξε επάνω στον ουρανό. Κάποτε και αυτός θα διαλυθεί. Κοίταξε τον ήλιο. Oύτε και αυτός θα παραμείνει. Τα αστέρια όλα, τα ζώα της ξηράς και των υδάτων, αι ωραιότητες της γης, η ίδια η γη, όλα είναι φθαρτά, όλα μετά από λίγο δεν θα υπάρχουν.

Ας είναι λοιπόν η σκέψη όλων αυτών παρηγοριά για ο,τι σου έχει τώρα συμβεί. Μη μετράς τη συμφορά στο βάθος της, γιατί τότε θα σου φανεί αφόρητη. Αν όμως το συγκρίνεις με όλα τα ανθρώπινα, τότε θα βρεις παρηγοριά. Επάνω δε από όλα έχω να σου πω εκείνο το σπουδαίο: Λυπήσου τον σύζυγό σου. Να παρηγορεί ο ένας τον άλλο. Μη κάμεις σκληρότερη τη συμφορά με το να σε βλέπει να καταστρέφεις από τη στενοχώρια τον εαυτό σου. Και με λίγα λόγια έχω τη γνώμη ότι δεν υπάρχουν λόγια τέτοια που να μπορούν να χαρίσουν σ᾽ αυτό τον πόνο σας παρηγοριά. Πιστεύω ότι αυτή τη δοκιμασία θα την ξεπεράσετε μονάχα με την προσευχή.

Εύχομαι λοιπόν ο Ίδιος ο Κύριος να αγγίξει την καρδιά σου με την ανέκφραστη δύναμή Του και να ανάψει με αγαθούς λογισμούς το φως στη ψυχή σου, ώστε να βρεις μέσα σου την παρηγοριά.

( http://ierapostoliko.blogspot.com/2009/05/blog-post_21.html )

Μπορείτε να καταθέσετε ένα ποσό για τα παιδιά της Ινδονησίας, εις μνήμην και ανάπαυση της ψυχής του Ιωάννη στο ακόλουθο λογαριασμό : Eurobank / 0026-0469-64-0100058162. (Ο λογαριασμός εκδόθηκε στο όνομα του υπεύθυνου των Φίλων της Ιεραποστολής στην Ινδονησία, π. Δημητρίου Αθανασίου ).

Τα χρήματα που θα συγκεντρωθούν, θα σταλούν στην Ινδονησία ,μαζί με αναλυτική παρουσίαση των ποσών και των δωρητών.Γι΄αυτό θα πρέπει οπωσδήποτε οι δωρητές-καταθέτες να μας ειδοποιούν είτε με Fax ,είτε με e-mail, είτε ταχυδρομικά ,είτε με μήνυμα στο τηλέφωνο 6945343532 , για το ποσό που κατέθεσαν ,καθώς και τα ονόματα που θα μνημονεύουμε στις θείες Λειτουργίες και στην Ελλάδα και στην Ινδονησια. Eπίσης να αναγράφουν στην αιτιολογία κατάθεσης : ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΙΝΔΟΝΗΣΙΑΣ, εις μνήμην Ιωάννη Μανάλου

Πληροφορίες ΕΔΩ

This entry was posted in Australia, Ασία, Asia, Αυστραλία, Ευρώπη, Ελλάδα - Greece, Ινδονησία- Ιάβα, Κύπρος - Cyprus, Σουμάτρα-Μεντάν, Χονγκ Κονγκ-Hong Kong and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s