Η πορεία ενός Ινδιάνου, φυλάρχου των Mohawk στην αγκαλιά της Ορθόδοξης Εκκλησίας.


Από το φίλο και διαχειριστή της ιστοσελίδας Άνθος Ορθοδοξίας λάβαμε το παρακάτω ενδιαφέρον, συγκινητικό άρθρο από τη πορεία ενός Ινδιάνου προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, το οποίο έχει δημοσιευτεί παλαιότερα  στην ιστοσελίδα της Ορθόδοξης Ομάδας Δογματικής Έρευνας ( ΟΟΔΕ ).

Γιάννης Χατζηνικολάου ( περιοδικό Σύναξη )

Το πέρασμα ενός Ινδιάνου, Η πορεία ενός Ινδιάνου, φυλάρχου των Mohawk  στην αγκαλιά της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

native20american20culture

Μία σύγχρονη ιστορία ορθόδοξης «σαλότητας»
Μέσα στους ινδιάνικους καταυλισμούς του Καναδά

Σάββατο βράδυ. Λιγοστά φώτα. Στη ρωσική Μητρόπολη των Αγίων Πέτρου και Παύλου ο εσπερινός μόλις έχει αρχίσει. Οι σκιερές σιλουέτες των λιγοστών πιστών που παρευρίσκονται, παίρνουν όγκο καθώς ανάβουν τα κεριά στα μανουάλια. Το τέμπλο υποβλητικό, φτιαγμένο από έμπειρους τεχνίτες στις αρχές του αιώνα…

Είναι η δεύτερη μου φορά στον Εσπερινό, πάνε χρόνια τώρα… Το «φως ιλαρόν» στα σλαβονικά δημιουργεί μια αίσθηση εσώτερης γαλήνης και ανάπαυσης. Όλα δέονται τούτη την ώρα για την μέρα που φεύγει και για την μέρα που έρχεται. Μετά την τρέλλα της μέρας τούτο το ευχαριστιακό καταφύγιο καθησυχάζει τα θηρία του νου…

Μέσα στο ημίφως διακρίνω μερικά προφίλ. Μια γερόντισσα ρωσίδα με το εγγονάκι της, ένα ψηλό ξερακιανό μεσήλικα, μια κοπελλίτσα γύρω στα δεκαπέντε, μια νεαρή οικογένεια με τα δυο τους παιδάκια… και ξάφνου το μάτι μου πέφτει κοντά στο μεγάλο παράθυρο. Ακριβώς από κάτω διακρίνω μια μορφή αλλιώτικη από τις άλλες. Ένας πενηντάρης Ινδιάνος με έντονα χαρακτηριστικά και με μαλλιά δεμένα κότσο που φτάναν μέχρι τη μέση. Το βλέμμα μου σταμάτησε πάνω του. Μια περίεργη φιγούρα ασυνήθιστη. Φαντάστηκα πως θα ‘ταν επισκέπτης.

Στο τέλος της ακολουθίας δεν συγκρατήθηκα. Πήγα κοντά του να τον γνωρίσω.

-Γιάννης, του λέω στα αγγλικά. Καλώς ήρθες.

– Βλαδίμηρος, μου απαντά.

– Είμαι Έλληνας εσύ; τον ρωτώ.

– Και γω, μου λέει.

Κάπου εκεί τα ‘χασα. Ήταν το μόνο που δεν περίμενα ν’ ακούσω!

– Μιλάς ελληνικά; του λέω.

Σκέφτεται λίγο και μετά μου απαντά.

– «Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος».

Τελειώνοντας την φράση του ξεκαρδίζεται στα γέλια. Δεν ξέρω τι να πω.

– Είμαι Ινδιάνος, μου λέει κοφτά. Κάπου όμως αισθάνομαι και Ρώσος και Έλληνας και Σέρβος και Ρουμάνος, γιατί… είμαι Oρθόδοξος…

Το μάτι του γυάλισε και μαζί και το δικό μου φυλλοκάρδι…

Κάπως έτσι γνωριστήκαμε με τον Βλαδίμηρο. Το πραγματικό του όνομα ήταν Frank Natawe, πριν γίνει Oρθόδοξος και βαπτιστεί Βλαδίμηρος. Ήθελα πάρα πολύ να μάθω την ιστορία του, από περιέργεια και ενδιαφέρον συνάμα.

Κάποτε, αρκετά αργότερα, γίναμε φίλοι. Ανταλλάξαμε κουβέντες και περιπάτους πολλούς, κυρίως στο χωριό του το ινδιάνικο. Μου ‘δειξε δρόμους και τρόπους άγνωστους σε μας τους λευκούς. Πάντα απλά και ανεπιτήδευτα. Χωρίς ίχνος έπαρσης. Είχα κοντά του μια έντονη αίσθηση μαθητείας και, όταν την εξομολογιόμουνα σ’ αυτόν, κείνος μου ‘λεγε πως τα ωραία πράγματα είναι αμοιβαία.

Μου ‘χει μείνει αξέχαστο τον πρώτο καιρό όταν παρασυρμένος από νεανικό ενθουσιασμό του ‘κανα δύσκολες ερωτήσεις. Εκείνος ατάραχος μου ‘λεγε:

– Δεν ξέρω∙ θα μου πεις εσύ;

Κι όταν μια φορά βαρέθηκα ν’ ακούω το «δεν ξέρω» τον παρακάλεσα επίμονα να μου πει κάτι, εκείνος με λυπήθηκε και μου ‘πε:

– Ε! αφού επιμένεις θα σου πω, αφού ρωτήσω πρώτα την φίλη μου.

Πετάχθηκε όρθιος και στη συνέχεια ξαπλώθηκε στο χώμα και έβαλε το αυτί του πάνω στη γη.

– Τι κάνεις; του λέω.

– Ρωτάω τη γης, μου λέει και, πριν καλά καλά συνέλθω από τη σαστιμάρα μου συνέχισε μισο-δισταχτικά:

– Σαν τον Αλιόσα τον Καραμάζωφ.

Από τότε δεν επέμενα ξανά για απαντήσεις. Μάλλον ζούσα μαζί του την έκπληξη της ατάραχης αστραπής που γεννάει βροχούλα και τρέφει τη γης…

Πάει λίγος καιρός που ο Βλαδίμηρος έφυγε από κοντά μας. Το τέλος του με συγκλόνισε μαζί με την διαθήκη του. Τώρα πια που η αίσθηση της μορφής του αντί να ξεχαστεί παραβγαίνει μπροστά μου συχνά-πυκνά, είπα να καταγράψω στο χαρτί περιστατικά, εικόνες, αναμνήσεις, λόγια και εκφράσεις του, δίνοντας έτσι ένα σκιαγράφημα της παρουσίας του ανάμεσά μας… μπας και ακούσει και το δικό μου τ’ αυτί… την πολύκροτη σιγή της μάνας γης του Βλαδίμηρου κατ’ εμένα Καραμάζωφ…

Γεννήθηκε στον καταυλισμό των Ινδιάνων (Indian reserve) Caughnawaga, έξω από το Μόντρεαλ, όπου και έζησε μέχρι την κοίμησή του. Το χωριό έχει σήμερα 5.000 Ινδιάνους. Φτιαγμένο με κυβερνητική δαπάνη, δίπλα στο ποτάμι, στεγάζει το μεγαλύτερο μέρος των Ινδιάνων της περιοχής. Οι Ινδιάνοι, ως οι μόνοι αυτόχθονες της Αμερικής μαζί με τους Εσκιμώους, απολαμβάνουν ιδιαίτερα προνόμια και μεταχείριση, λόγω του ότι παραχώρησαν εκτάσεις από την «μητέρα γη», όπως την αποκαλούν, στους λευκούς αδελφούς τους.

Τα προνόμια αυτά, όπως το να μην χρειάζεσαι διαβατήριο και συγχρόνως να απολαμβάνεις την κρατική μέριμνα, ερμηνεύονται μερικές φορές σαν σκόπιμη προσπάθεια των λευκών να κρατήσουν τους Ινδιάνους αμόρφωτους και τεμπέληδες, πράγμα που συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό. Το ποσοστό των αλκοολικών είναι πολύ υψηλό. Ο αγώνας για επιβίωση, ως ομάδας, είναι η καθημερινή τους μέριμνα, μαζί με την διαιώνιση των παραδόσεών τους, για τις οποίες αισθάνονται ιδιαίτερη περηφάνεια. Διοικούνται με έναν ιδιότυπο τρόπο, που ίσως έχει όμως πολλά να διδάξει στις σύγχρονες «πολιτισμένες» πολιτικές και κοινωνικές μας δομές.

Το ανώτερο όργανο είναι η Ομοσπονδία (Confederation) όλων των ινδιάνικων φυλών. Υπάρχει σεβασμός στους αρχηγούς και τους γέροντες (elders) και γερόντισσες κάθε φυλής από γενιά σε γενιά. Η αγάπη και ο σεβασμός του ενός για τον άλλον αποτελεί το θεμέλιο της Ομοσπονδίας.

Στο χωριό Caughnawaga υπάρχουν βασικά τρεις φυλές Ινδιάνων. Η πλειοψηφία όμως είναι Mohawk (Μόχακ). Το χωριό υπάρχει από το 1600 περίπου και αποτελεί το κυριότερο κέντρο της φυλής Mohawk. Παραδοσιακά οι Ινδιάνοι ήταν ψαράδες, κυνηγοί και τεχνίτες ξύλου και δερμάτων. Οι τελευταίες γενιές ασχολούνται περισσότερο με τις σιδηροκατασκευές και τις οικοδομές.

«Το χωριό μας», μου λέει ο Βλαδίμηρος, «μαζί με αρκετούς άλλους ινδιάνικους καταυλισμούς, μεταστράφηκε τον 18ο αιώνα σ’ ένα μεγάλο βαθμό σε ρωμαιοκαθολικό προτεκτοράτο. Στην πραγματικότητα οι καθολικοί μισσιονάριοι επεδίωξαν πάση θυσία την ομαδική μεταστροφή δια της βίας. Όχι με αγάπη αλλά με την θηλειά στο λαιμό. Καταπάτησαν παραδόσεις αιώνων και χρησιμοποίησαν άλλες σαν εφαλτήρια για τα δικά τους σχέδια. Εγώ μέχρι τα 32 μου ακολούθησα την πεπατημένη οδό. Όπως έλεγε η μάνα μου – που ‘ταν η γερόντισσα αρχηγός της φυλής: «Τη μέρα ρωμαιοκαθολικός για τα μάτια του κόσμου και το βράδυ Ινδιάνος για τα μάτια της ψυχής». Τότε όμως στα 32 μου δεν άντεξα τον στενό κλοιό, την θηλειά που φορούσα, και επαναστάτησα με τον δικό μου τρόπο… Έψαξα για χρόνια στις ρίζες μας, έμαθα όλες τις γλώσσες μας, σπούδασα στα πανεπιστήμια των λευκών – που για Ινδιάνο της γενιάς μου ήταν το πιο ασυνήθιστο. Με είχαν για χρόνια περιοδεύοντα λέκτορα συγκριτικής γλωσσολογίας. Πολλές φορές ανέντιμα έπαιρνα την θέση παλιάτσου στα ακαδημαϊκά τους παιχνίδια, μια και γι’ αυτούς ήμουν πουλί σπάνιο, εξωτικό, με άλλα φτερά. Σύγκρινα τις δικές μας λέξεις με τις δικές τους τις γαλλικές και αγγλικές, τα χούγια τα δικά μας με τα δικά τους. Ήταν φορές που ένιωθα πως με κοιτούσαν σαν αρχαιολόγοι που ψαχούλευαν απολιθώματα… Για μένα όμως και μόνο η συνάντηση αυτή, η πολιτισμική, άσχετα με την ανταπόκριση είχε χαρά και λύπη μαζί. Η δική μου επανάσταση βροντούσε γιατί ήταν αθόρυβη σαν του λαγού το πάτημα… Η μάνα μου – ο στύλος του χωριού – ήταν για μένα πηγή σοφίας και πόνου μεγάλου. Ήταν ο … ινδιάνικος Ζωσιμάς μου…»

(Πήρε βαθιά ανάσα και συνέχισε…)

«Ο δρόμος μου προς την Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν «κρυφό μονοπάτι», όπως λέμε στη γλώσσα μας. Κάποτε όμως το δίχτυ της με έπιασε και από τότε πορεύομαι πολύ διακριτικά, κουβαλώντας ένα βαρύ σταυρό. Η αφορμή για μένα ήρθε από την γλωσσολογία. Πάντα ήταν ο τομέας που με εντυπωσίαζε. Παίρνοντας μαθήματα γλωσσολογίας, συγκινήθηκα κάποτε διαβάζοντας τους βίους των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, που ονομάζονται Απόστολοι των Σλαύων. Μου προξένησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον το κυριλλικό αλφάβητο και η μετέπειτα σλαβονική γλώσσα. Ρώτησα τον καθηγητή μου αν μπορούσα να ακούσω κάπου να μιλάνε σλαβονικά. Μου είπε να επισκεφτώ μία από τις ρωσικές εκκλησίες .Τηλεφώνησα στη μια και απάντησε ο αυτόματος τηλεφωνητής. Τηλεφώνησα στην άλλη και μια συμπαθητική φωνή μου είπε πως κάνουν εσπερινό στις 7 το βράδυ και Λειτουργία την Κυριακή στις 10 π.μ. Ρώτησα αν μπορώ να πάω. Μου απάντησε βεβαίως. Του είπα πως δεν είμαι Ρώσος ούτε Ορθόδοξος. Μου αποκρίθηκε πως η Ορθόδοξη Λειτουργία δεν είναι μόνο για τους Ρώσους ούτε μόνο για τους Ορθοδόξους, αλλά για όλο τον κόσμο. Πήρα λοιπόν το θάρρος να πάω ένα Σάββατο για ν’ ακούσω σλαβονικά και να γνωρίσω τον παπά, που μου μίλησε τόσο όμορφα. Ήταν ένας ιερομόναχος από το Μαυροβούνι. Το όνομά του π. Αντώνιος… Τώρα σχωρέθηκε κι αυτός… Λοιπόν το πρώτο Σάββατο που παρακολούθησα τον ορθόδοξο εσπερινό στο μητροπολιτικό ναό των αγίων Πέτρου και Παύλου έζησα κάτι το πρωτόγνωρο. Βλέποντας τις εικόνες, ακούγοντας τις μελωδίες, βλέποντας τις μετάνοιες και τα προσκυνήματα, μυρίζοντας το θυμίαμα, ήταν σαν να βρήκα το ‘’κρυφό μονοπάτι»»…

«Δεν θα το πιστέψεις, αλλά, από τότε κάθε λίγο και λιγάκι βρίσκω παραλληλισμούς ανάμεσα στην παράδοση των Ινδιάνων και στην Ορθόδοξη παράδοση. Κάπου μέσα μου αυτή μου η ανακάλυψη ολοκλήρωνε το ινδιάνικο ήθος μου και κάπου το συμπλήρωνε. Τον πρώτο καιρό πετούσα στα σύννεφα. Στην πρώτη μου λειτουργία ρώτησα αν μπορώ να μείνω μετά από τις ευχές των κατηχουμένων… Μου ‘παν: κάθησε. Κάθησα κι εγώ σαν ινδιάνικος σκύλος! Από τότε πήγαινα συχνά. Στην αρχή τις Κυριακές, μετά και τα Σάββατα, αργότερα και τις καθημερινές, όταν είχε μεγάλες γιορτές. Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ένα βράδυ είχανε εξομολόγηση μετά τον εσπερινό. Ήτανε Σαρακοστή. Στο τέλος ζητούσαν συγχώρεση όλοι από τον παπά. Εκείνος τους έβαζε το πετραχήλι και τους σταύρωνε. Πήγα και γω στην ουρά. Μου ‘παν:

– Δεν μπορείς, δεν είσαι Ορθόδοξος. Αυτό είναι Μυστήριο.

– Μα Μυστήριο είναι όλη μας η ζωή, είπα.

Ξανασκέφτομαι και τους ρωτάω:

– Λοιπόν, και πως μπορώ να γίνω;

– Να μιλήσεις του παπά, μου λένε.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και θέλησα να γίνω Ορθόδοξος. Την ημέρα που θα γινόμουνα είχε χιονοθύελλα και δεν μπορούσα να βγω από το χωριό. Αναβλήθηκε για την γιορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου. Έτσι κι έγινε… Με ονόμασαν Βλαδίμηρο.

Πολύ πιο ύστερα που ξανασκεφτόμουν την είσοδο στην Ορθόδοξη εκκλησία, ανέσυρα από τις μνήμες μου μια μορφή επιβλητική ενός Σέρβου ιερέα, που όταν ήμουν μικρός είχε επισκεφτεί το χωριό μας. Μου ‘χε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η μορφή και ο τρόπος του. Η μάνα μου θυμάμαι είχε πει:

– Να και ένας που δεν κάνει προπαγάνδα για την αλήθεια του…»

Πέρασε καιρός και αποφάσισα και πάλι να τον επισκεφτώ. Αυτή την φορά πήγα μαζί μου δύο φίλους μ’ ένα μικρό αυτοκινητάκι και εφοδιασμένοι με κασετόφωνα και μικρόφωνα κινήσαμε ένα ηλιόλουστο πρωινό για το χωριό του, το Caughnawaga. Μας σύστησε να ανταμώσουμε στο ραδιοφωνικό σταθμό των Ινδιάνων, μια και αυτός για αρκετά χρόνια εκτελούσα χρέη ραδιοσχολιαστή και μας υποσχέθηκε βόλτες και κουβέντες στα δικά τους λημέρια…

Τον βρήκαμε πράγματι στο ραδιοφωνικό σταθμό του χωριού, με τα ακουστικά στα αυτιά, να διαβάζει σε μία-μία τις ινδιάνικες γλώσσες την πρωινή προσευχή. Μετά στα γαλλικά και τα αγγλικά. Βέβαια οι ακροατές του… δεν έβλεπαν το δικό του σταυροκόπημα.

Τον περιμέναμε με ευλάβεια να τελειώσει… Έβγαλε τα ακουστικά και ήλθε κοντά μας. Ήτανε ομιλητικότερος από άλλες φορές και μάλλον ευδιάθετος…

– Τι θέλετε να σας πω; Ρώτησε καλόκαρδα. Σάματις τι να θέλατε εσείς να μάθετε από μένα;

– Πες μας ό,τι θες, του αποκρίνεται ο Γρηγόρης. Να, ας πούμε για τον λαό σου, τις γιορτές σας, την αποστολή σου…

– Πας πολύ γρήγορα, απάντησε. Ένα – ένα.

– Λοιπόν, ο λαός μου…

Του πήρε καιρό να απαντήσει. Καθόταν σε μια πολυθρόνα και διαπίστωσε πως δεν τον βόλευε… Την παράτησε και κάθησε στο χαγιάτι… να ‘ρθει στο επίπεδό μας…

«Ο λαός μου είναι απλός όπως και το φαΐ του. Ο αρχηγός της φυλής είναι άνδρας, μα τον διαλέγει το συμβούλιο των γυναικών-γεροντισσών της φυλής. Οι τελετές μας όλες οι ομαδικές γίνονται στο ‘’μακρύ σπίτι» (long house). Αυτό έχει δύο πόρτες. Από την ανατολική μπαίνουν οι άνδρες, από την δυτική οι γυναίκες. Η κατασκευή του είναι πολύ απλή, όπως άλλωστε και οι περισσότερες τελετές μας. Στους γάμους αναπόσπαστο στοιχείο της τελετής είναι η ευλογία των γερόντων. Στις κηδείες για τις γυναίκες και τους άνδρες όταν τους μεταφέρουν στο μακρύ σπίτι μπαίνουν από την δική τους ο καθένας πόρτα, αλλά πάντα το κεφάλι του νεκρού κοιτάζει προς την ανατολή. Μετά εννιά μέρες έχουμε φαγητό (μακαριά) χωρίς όμως αλάτι…»

Και ξαφνικά πετάχθηκε ορθός, γιατί ο δίσκος που ‘χε βάλει να παίζει για το σταθμό είχε κολλήσει. Έβαλε κάτι άλλο, έκανε μια ανακοίνωση και ξαναγύρισε κοντά μας…

«Τι λέγαμε… Α! Για τις τελετές. Θα σας δείξω πριν βραδυάσει το μακρύ σπίτι… Τώρα για τις γιορτές μας. Όλος ο χρόνος είναι γιορτή… (ξεκαρδίστηκε στα γέλια). Έχουμε το μεσοχείμωνα (4 μέρες γιορτή), την γιορτή του χιονιού, της πρωτανθιάς, του πρώτου καρπού – που ‘ναι το βάτο, τη γιορτή της άφθονης καρπιάς (των ευχαριστιών), την γιορτή του αλωνιού (4 μέρες), την γιορτή του περισσεύματος, της βροχής και του σποριά, και ο κύκλος ξαναρχίζει. Κάτι σαν εκκλησιαστικό ημερολόγιο της γης μας της ιερής…»

Πήρε πάλι βαθιά ανάσα και συνέχισε:

«Δεν λέμε πολλά, ούτε τρώμε πολύ, δεν θυμώνουμε πολύ, αγαπούμε αυτό που μας δόθηκε και συνέχεια ευχαριστούμε για τον καρπό…»

– Έχεις μήπως ταμπάκο; με ρώτησε.

– Όχι, του λέω.

– Εμείς, ξέρεις, το ταμπάκο το μασάμε, το τρώμε δηλαδή, δεν το καπνίζουμε. Όταν το καπνίσεις γίνεται αέρας, όταν το τρως γίνεσαι ένα μαζί του και ευλογάς τη γη που στο ‘δωσε. Τι άλλο με ρώτησες; Α, ναι! Για την αποστολή μου…

«Τι να σας πω. Ο λαός μου βαρέθηκε τους ιεραποστόλους. Έρχονταν χρόνια τώρα μάλλον για να πάρουν παρά να δώσουν… Δεν σκύβανε να δουν τι είχαμε εμείς. Φέρναν τον οδοστρωτήρα, γκρέμιζαν και μετά άρχιζαν την… ευαγγελική σπορά.

Εκείνος όμως ο Σέρβος ήταν αλλιώτικος. Έδωσε με την παρουσία του… δεν πήρε τίποτα από μας, εκτός από ένα κομμάτι απ’ την καρδιά μας. Αυτό είναι που αγάπησα όταν διάβασα αργότερα για τον άγιο Γερμανό της Αλάσκας και την ιστορία των Ορθόδοξων ιεραποστολών μεταξύ των Εσκιμώων… είναι αναπόφευκτο να κάνει το μυαλό μου συγκρίσεις… όσο κι αν προσπαθεί…

Θυμάμαι τον Ιησουίτη που μου ‘πε κατάμουτρα πως είχε εντολή να μου διδάξει πνευματικότητα. Όταν έφυγε από το σπίτι μας η μάνα μου έφτυσε τον κόρφο της, λέγοντας πως: ‘’εμείς, παιδί μου, είμαστε λαός πνευματικός, ενώ αυτός, και ο Χριστός του να ‘ρχόταν θα τον κάθιζε στο σκαμνί να τον διδάξει…»».

– Υπάρχουν κι άλλοι Ορθόδοξοι μέσα στους Ινδιάνους; Ρώτησε ξανά ο Γρηγόρης.

­- Γνώρισα έναν Εσκιμώο Ορθόδοξο στο Plattsburg και έναν ακόμα Mis Mac πανύψηλο. Μπορεί να υπάρχουν και άλλοι που εγώ δεν ξέρω. Στο ινδιάνικο όμως νοσοκομείο έχουμε ένα ζευγάρι γιατρούς Σέρβους, τους Moscovitch. Χρυσοί άνθρωποι∙ αγαπάνε τον κόσμο μας ιδιαίτερα και τον βοηθάνε».

Η Lesley τον κοίταξα κατάματα.

– Πες μας, αν θέλεις, για αυτήν την ιστορία με τις ινδιάνικες μάσκες*. Το ‘γραψαν όλες οι εφημερίδες και αναφερόταν σ’ όλες το όνομά σου. Τι συνέβη ακριβώς.

Ο Βλαδίμηρος κάθισε σταυροπόδι και αφού πήρε κάποιο χρόνο να σκέφτεται, απάντησε:

«Για μας οι μάσκες αυτές είναι ιερές. Τις φυλάμε πάντα στο σκοτάδι και τις προφυλάσσουμε με μεταξωτά υφάσματα. Είναι το… άγιο μας πρόσωπο που ψάχνουμε. Το βρίσκουμε στη σιωπή, στα σκοτεινά, όπου βρίσκουμε και το φως της ψυχής μας. Η ψυχή μας δεν εκτίθεται ούτε σε εκθέσεις ούτε σε φωτά τεχνητά… Αυτοί που έφτιαξαν την έκθεση έχασαν την έννοια του ιερού, γι’ αυτό αγωνίζονται ‘’με το γάντι» να την εξαφανίσουν και απ΄ την ψυχήν μας… Εμείς αγαπάμε την γη, γιατί ξέρει να σιωπά και να δίνει καρπό. Μάθαμε ταπεινά να την αγαπάμε, να την τιμάμε. Είναι σαν την Παναγιά την Ορθόδοξη… μια και σας αρέσουν οι παραλληλισμοί… Είπα πολλά όμως. Για να σηκωθείτε τώρα να σας δείξω το χωριό μου…»

Μπαίνοντας στ’ αυτοκινητάκι κάθησα στη θέση του οδηγού. Ο Βλαδίμηρος συνοδηγός άρχισε την ξενάγηση:

«Εδώ βλέπετε στο κέντρο του χωριού την εκκλησιά την καθολική . Είναι αφιερωμένη στην αγία Kateri Tekakwitha, μια Ινδιάνα, που ο πάπας ανακήρυξε αγία. Έχουμε στην εκκλησία αυτή τα οστά της, που κάνουν θαύματα. Εδώ είναι προσκύνημα λαϊκό. Η ζωή της είναι όμορφη σαν παραμύθι… Για μένα ήταν σαλή δια Χριστόν… Ήταν σαλή με χάρη… Έκαμνε τούμπες στο χιόνι για τον εξαγνισμό της καρδιάς της… Οι χωριανοί μου – όσοι γίνουν καθολικοί – δεν πολυαγαπάνε την καθολική προπαγάνδα, αλλά ευλαβούνται την δικιά τους αγία, που η πίεσή τους στο Βατικανό επέφερε την αναγνώρισή της… Δίπλα στην εκκλησιά έχουμε ένα μικρό μουσείο. Εκεί μπορεί να βρει κανείς τον χάρτη της ομοσπονδίας που περιγράφει αναλυτικά όλες τις ινδιάνικες φυλές, τα σύμβολα, τους αριθμούς, τους τόπους απ’ όπου ιστορικά προήλθαν, την ιστορική τους πορεία, τις γλώσσες τους… Γίνανε όλα αυτά κομμάτι του… μουσείου… – Προχώρα τώρα προς τα δω, δεξιά… Ετούτο είναι το Πολιτιστικό μας κέντρο. Από πάνω ο ραδιοφωνικός σταθμός όπου με συναντήσατε… Εκεί κάνω τις εκπομπές… Τώρα στο Τριώδιο και μετά στη Σαρακοστή βάζω πολλή δυτική πνευματική μουσική και λίγο-λίγο ορθόδοξες σπόντες, για να μην προκαλέσω. Ινδιάνικη πνευματική μουσική δεν επιτρέπεται στο σταθμό, είναι μόνο για το «μακρύ σπίτι». Το πολιτιστικό κέντρο επιδοτείται από το κράτος των λευκών. Οι δυνάμεις οι απ’ έξω, «οι πολιτισμένες», θέλουν στα χαρτιά να μας βοηθήσουν, στην πραγματικότητα όμως θέλουν να μας πνίξουν, να μας ξεφτελίσουν, να μας εξουθενώσουν, όχι τόσο εμάς, όσο την ψυχή μας και αυτό που κουβαλάμε. Να μας κάνουν μάσκες για μουσεία, κλόουν στις γιορτές, έρευνα αρχαιολογίας… Δεν μυρίζονται, μα ούτε υποπτεύονται τι… καπνό φουμάρουμε.»

Ξέσπασε στα γέλια. Κόντεψε να μου φύγει το τιμόνι… Συνέχισα με τις υποδείξεις του για αριστερά, δεξιά, ίσια, στρίψε κ.λ.π. Ώσπου σε μια στροφή φάνηκε μπροστά μας ένα μοντέρνο μα πολύ ιδιόρρυθμο κτίσμα…

«Αυτό είναι το σχολείο μας. Δημοτικό και Γυμνάσιο. Το πρόγραμμά του είναι καλό, μ’ αρέσει. Είναι πραγματικά ινδιάνικο. Εκτός από τα κλασικά της ‘’λευκής» παιδείας, έχουμε πολλά μαθήματα άγνωστα μάλλον στους λευκούς. Δεν τα λέμε έθιμα ή κουλτούρα, αλλά ινδιάνικους τρόπους, ινδιάνικους δρόμους (τα ακούσματα της γης), ινδιάνικους χορούς, ινδιάνικα τραγούδια και κραυγές (σαν αρχαίο δράμα), ινδιάνικο νόμο και άλλα. Η γης γύρω από το σχολείο είναι ιερή. Έχουμε και μια αίθουσα σκοτεινή, όχι για φωτογραφίες, μα… για το φτιάξιμο της… μέσα μας μάσκας.»

– Τώρα πήγαινε ίσια, ανατολικά. Προχώρα αρκετά μέχρις ότου βγεις στην ευθεία. Δύο – τρία χιλιόμετρα…

«Εδώ είναι το Νοσοκομείο μας. Καινούργιο κτίσμα και καινούργια ιδέα για μας. Νομίζω ωφέλιμη. Φτιάχτηκε μόλις το 1985. Μέχρι τότε είχαμε δικούς μας γιατρούς ή καταφεύγαμε στα νοσοκομεία των λευκών. Όμως… είναι δύσκολα. Το περισσότερο προσωπικό άμαθοι στα δικά μας, δύσκολα να περιποιηθούν τους γέρους μας. Πρέπει να μπουν στο πετσί μας… Πολλοί προσπαθούν. Φαίνονται άλλωστε αυτοί που αγαπάνε και διακρίνονται από τους κλασικούς επαγγελματίες…»

Ο Βλαδίμηρος Natawe ήταν αρχηγός της φυλής του, ο πνευματικός τους αρχηγός. Ήταν αυτός που διαβάζει τις κηδείες και τους γάμους τους, κάτι σαν ιερέας τους. Το βράδυ κάθονταν σταυροπόδι στο «μακρύ σπίτι» άκουε τα προβλήματα των δικών του, τις διαφορές τους, που τις επέλυε δίνοντας συμβουλές. Έπαιζε ένα ρόλο δικαστή, που ‘ναι μία από τις πιο ισχυρές τους παραδόσεις. Ήταν ποιητής και μεταφραστής, μαζί και φιλόσοφος. Ήξερε τα προβλήματά τους καλύτερα από κάθε άλλον, ήξερε και τους αυστηρούς νόμους που διέπουν τις φυλές τους. Όποιος αρνηθεί τις πατροπαράδοτες αρχές τους και γίνει χριστιανός, του επιτρέπεται να μένει στο χωριό, αλλά δεν μπορεί να ‘χει κανένα αξίωμα. Φεύγει από το συμβούλιο των σοφών, των γερόντων, «χάνει την μοίρα του» όπως λένε οι ίδιοι, με τον δικό τους τρόπο αποκληρώνεται. Όλα αυτά δεν έχουν και πολλή σημασία ίσως για κάποιον απλή Ινδιάνο, αλλά για τον αρχηγό…

Κανείς μέσα στο χωριό, μέχρι την κοίμησή του, δεν έμαθε πως ο αρχηγός τους ήταν Ορθόδοξος. Και ο Βλαδίμηρος – που γι’ αυτούς ήταν ο Frank – έζησε και δούλεψε μ’ αυτούς, γι’ αυτούς, με το μόνιμο φόβο μήπως το μάθουν. Έπρεπε πάντα να’ ναι μετρημένος, προσεκτικός, ευέλικτος, αλλιώς θα γκρεμιζόταν μέσα τους. Ήταν για χρόνια υπεύθυνος του ραδιοφωνικού σταθμού και δούλευε στο πολιτιστικό τους Κέντρο. Θεωρούνταν αυθεντία στα θέματα παραδόσεων και συγκινούνταν αφάνταστα όταν εύρισκε «τους παραλληλισμούς», όπως έλεγε, με την Ορθόδοξη παράδοση. Μοιράστηκε μαζί μας πολλές από τις εμπειρίες του, επειδή δεν μπορούσε να τις μοιραστεί με τον λαό του. Μεγάλος σταυρός…

Όταν τα σαββατοκύριακα τον έβλεπα να βγαίνει από το ιερό της μικρής Ορθόδοξης εκκλησίτσας του Sign of the Theotokos – που λειτουργούσε στα αγγλικά και τα γαλλικά – ντυμένος παπαδοπαίδι και κρατώντας την λαμπάδα μπροστά σε παπάδες και δεσποτάδες, αναλογιόμουν τι καρδιά κουβάλαγε αυτός ο γερόλυκος Ινδιάνος, που επέμενε να λέγει: «Ο Θεός ξέρει». Και δος του και έκανε στρωτές μετάνοιες, για να του δίνει ο Θεός φώτιση να κατευθύνει τον λαό του μέσα από τις φουρτούνες και τις συμπληγάδες και να τον δυναμώνει να κρατήσει στους ώμους του μέχρι το τέλος το βαρύ φορτίο που του ‘δωσε.

Πέρασαν χρόνια. Κάθε φίλος που μας επισκεφτόταν στο Μόντρεαλ έπρεπε να κάνει το απαραίτητο ταξίδι – επίσκεψη στο ινδιάνικο χωριό και να γνωρίσει τον Βλαδίμηρο. Πολλοί κατά καιρούς μου ‘παν πως κατέγραψαν τις εμπειρίες τους.

Ένα πρωί παίρνω ένα τηλεφώνημα στο Μόντρεαλ πως ο Βλαδίμηρος πέθανε έξω από το χωριό του. Το ερώτημα τέθηκε στο μυαλό μου ποιος θα τον θάψει, τι θα γίνει μ’ αυτόν; Είχε όμως αφήσει ρητή γραπτή εντολή να γίνουν όλες οι τελετές κατά το ινδιάνικο τυπικό στο «μακρύ σπίτι» και να τον διαβάσει κάποιος Ορθόδοξος παπάς. Βέβαια οι Ινδιάνοι δεν ήξεραν τι εννοεί με το «Ορθόδοξος παπάς», αλλά είχε αφήσει και κάποια τηλέφωνα.

Πράγματι τηλεφώνησαν και ένας Ορθόδοξος παπάς πήγε και του διάβασε την νεκρώσιμη ακολουθία πριν το πάνε στο «μακρύ σπίτι».

Δεν είχα δυστυχώς την ευκαιρία να παρακολουθήσω την τελετή που έγινε στο «μακρύ σπίτι», αλλά μου την μετέφερε κάποιος κοινός μας φίλος που παραβρέθηκε.

Δύο μέρες μετά την κηδεία, ο ίδιος ο φίλος μου, ο Μάικλ, μου έφερε τις ειδήσεις και ένα πακέτο. Μου ‘πε πως παρακολούθησε όλη την τελετή. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Όταν πάνε στο «μακρύ σπίτι», οι Ινδιάνοι βάζουν τις φορεσιές τους ανάλογα με την θέση που έχουν στο χωριό. Η ιεροτελεστία, που γίνεται βέβαια στις γλώσσες τους, είχε μια περίεργη δομή, σαν παλιό βυζαντινό τυπικό. Στο τέλος διαβάστηκε η διαθήκη του αρχηγού της φυλής μπροστά σ’ όλο τον κόσμο. Στην διαθήκη του ανέφερε που δίνει κάθε πράγμα. Ο Βλαδίμηρος ήταν 75 ετών του πολύ∙ είχε παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα. Σ’ όλα τα μέλη της οικογένειας άφησε και κάτι. Κάποτε ο Ινδιάνος που διάβαζε τη διαθήκη δυσκολεύτηκε να διαβάσει ένα όνομα – μη ινδιάνικο – και αφού στραβομουτσούνιασε, φόρεσε τα γυαλιά του και πρόφερε σχεδόν στραβά το όνομα «Γιάννης Χατζηνικολάου». Ο φίλος μου ο Μάικλ σήκωσε το χέρι του και του ‘δωσαν το πακέτο που μου έφερε.

Όταν το άνοιξα, είδα τι ήταν: ένα μικρό βιβλίο, Η Θεία Λειτουργία, στα ελληνικά και τα αγγλικά, που του ‘χα χαρίσει πριν πολλά χρόνια. Στην πρώτη σελίδα έλεγε: «To Yianni», δηλαδή «στον Γιάννη», και από κάτω στα ελληνικά: «Καλή αντάμωση – Vladimir Natawe». Θεώρησα πως ήταν πολύ καλή χειρονομία εκ μέρους του, μάλιστα το είχε προγράψει πριν φύγει, ίσως προέβλεπε ότι θα πεθάνει. Είχε γράψει στα ελληνικά «καλή αντάμωση». Βέβαια η έκπληξη δεν έμεινε εκεί, αλλά συνεχίστηκε. Όταν φυλλομέτρησα το βιβλίο, έμεινα πράγματι με το στόμα ανοιχτό. Είχε μεταφράσει πάνω από το αγγλικό κείμενο την λειτουργία στην γλώσσα των Mohawk.

Βέβαια εγώ δεν διαβάζω Mohawk, αλλά την κρατάω σαν κειμήλιο, αυτήν την λειτουργία του Βλαδίμηρου στα ινδιάνικα, που είναι ακριβώς η μετάφραση της λειτουργίας του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Αν μ’ αξιώσει ο Θεός ίσως κάποτε να την εκδώσω.

Είναι κάτι τέτοιες σύγχρονες ιστορίες που μοιάζουν σαν παραμύθι, επειδή ψεύτικη είναι κι η ζωή μας. Κι όμως είναι γεμάτες φως ανέσπερο, σύγχρονες μαρτυρίες μιας ευλογημένης «σαλότητας» που ζυμώνει το φύραμα όλο από το ερημοκκλήσι του αιγαιοπελαγίτικου βράχου μέχρι τους ινδιάνικους καταυλισμούς του Καναδά. Καλή αντάμωση, Βλαδίμηρε… Καραμάζωφ…

[Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Σύναξη» του άρθρου του Γιάννη Χατζηνικολάου με τίτλο «Το πέρασμα ενός Ινδιάνου «]

________________

* Για την πληροφόρηση του αναγνώστη περιληπτικά αναφέρω τα συμβάντα. Η Καναδική κυβέρνηση αποφάσισε σ’ ένα καινούργιο μουσείο που άνοιξε στον Δυτικό Καναδά, στην πόλη του Calgary, να εκθέσει μαζί με άλλα εκθέματα και μια σειρά από ινδιάνικα προσωπεία – μάσκες, τα οποία δανείστηκε «ανορθόδοξα» από κάποιο «μακρύ σπίτι» σαν αντικείμενα λαϊκής τέχνης… Αυτό προκάλεσε την αντίδραση των Ινδιάνων και ανέθεσαν στον Βλαδίμηρο να κάνει επί τόπου έρευνα, να επισκεφτεί με κυβερνητική δαπάνη την έκθεση και να δώσει την γνώμη του στον λαό του και στην κυβέρνηση…

Μεταγραφή: Θωμάς Δρίτσας.

(   http://oodegr.com/oode/ierapostoli/empeiries/indianos1.htm )
An Indian chief’s ‘secret path’ to Orthodoxy

The path of an Indian – a chief of the Mohawk tribe – led him to the bosom of the Orthodox Church.

A modern-day story of orthodox «lunacy» in the Indian reservations of Canada.

Saturday night. Very few lights were on. In the Russian Cathedral of Saints Peter and Paul, Vespers have just started. The shadowy silhouettes of the few faithful who were attending the service became more defined, as the candles were lit, one by one, in the candle stand. The iconostasis of the altar was very imposing; it was something that was carved by experienced craftsmen at the beginning of the century…….

It was my second time at Vespers, years ago… The words of the prayer «mirthful light» in Slavonic gave one a sense of inner peace and relaxation. Everything seemed to be in prayer at that moment; for the day that passed and the day that was to come. After the madness of the day, this refuge of thankfulness actually calmed the wild beasts of the mind….

In the dim, half-light I could discern a few of the profiles there: an old Russian lady with her grandchild, a tall, skinny, middle-aged man, a young girl around fifteen, a young family with their two children… and suddenly, my attention was caught by a figure near the large window. Directly below it, I made out a silhouette that was completely different to all the others. It was a fifty-year old Indian with vivid, characteristic features, and his long hair tied back in a ponytail that reached his waist. My gaze stopped upon him… What a strange figure in here… I imagined he was just a visitor.

At the end of the service, I couldn’t fight the urge. I approached him, eager to meet him.

-Yannis, I said to him in English. Welcome..

– Vladimir, he replied.

I’m Greek. And you? I asked him.

– So am I, he replied.

I was stunned…. That was the last thing I expected to hear!

– Do you speak Greek? I asked.

He paused to think for a moment, then quoted in Greek:

– «In the beginning was the Logos and the Logos was with God, and God was the Logos».

Just as he finished saying this phrase, he burst into laughter. I was lost for words…

I am Indian, he said sharply. But somehow, I also feel Russian and Greek and Serbian and Romanian, because…. I’m Orthodox…..

A glimmer appeared in his eye, as it did in my heart…

This was how Vladimir and I met. His real name was Frank Natawe, before becoming Orthodox and being baptized as Vladimir. I so craved to hear his life story – both out of curiosity as well as genuine interest..

Much later, we became friends. We shared many conversations and walks together, especially in his Indian village. He showed me paths and manners totally unknown to us white folks. And always simply and unpretentiously. With no trace of arrogance. When I was with him, I always had a strong sensation of tuition, and whenever I admitted this to him, he always said that all beautiful things are mutual….

That first period has become unforgettable, when I was swept away by my youthful enthusiasm and kept asking him difficult questions. He would always calmly reply:

– I don’t know – will you tell me?

Once, when I was fed up with hearing «I don’t know», I begged him to tell me something, so, he showed some pity and said:

– Well, if you insist, I will tell you, after I ask my friend first.

He sprang up and then lay down on the ground, placing his ear to the earth.

– What are you doing? I asked.

– I am asking the earth, he said, and before I could recover from my surprise, he added somewhat hesitantly:

– Like Aliosha Karamazov.

I never again insisted on replies. I guess that with him, I was just living the surprise of a sudden lightning bolt that gives birth to gentle rain that nourishes the earth…

It has been some time now, that Vladimir has left us. His passing away – along with his will and testament – overwhelmed me. Now that the feeling of his presence – instead of fading into oblivion – appears before me every now and then, I thought I should record on paper all of his incidents, images, memories, words and expressions, in order to sketch a portrait of his presence amongst us… hopefully so that my ear will also perceive… the tumultuous silence of the mother earth of Vladimir – Karamazov to me…

He was born in the Indian reservation of Caughnawaga, just outside Montreal, where he lived all his life, to the day he died. His village numbers 5.000 Indians today. It was built by the government, next to the river, and houses the greater part of the Indians of that area. The Indians, as the only true indigenous people of America, along with the Eskimos, enjoy special privileges and treatment, due to the fact that they had ceded vast areas of their «mother earth» -as they call it- to their white brothers.

These privileges – such as not needing a passport yet enjoying state welfare – are sometimes interpreted as an intentional attempt by whites to keep the Indians uneducated – something that is observed extensively. The percentage of alcoholism is very high. The struggle for survival -as a group- is their daily concern, along with the preservation of their traditions, which they are very proud of. They are governed in a unique way, which however may have much to teach «civilized» politics and social structures.

The supreme authority is the Confederation of all the Indian tribes. There is a respect towards all of the Indian tribes. There is a respect towards the chiefs and the elders, and the elderly women of each tribe, from generation to generation. Their love and respect for each other is the foundation of the Confederation.

In the village Caughnawaga there are basically three Indian tribes. The majority however are Mohawk. The village has existed since about 1600 and comprises the main center of the Mohawk tribe. The last generations are mostly involved with steel construction and building.

«Our village», Vladimir told me, «along with other Indian reservations was turned basically into a Roman Catholic protectorate in the 18th century. The Catholic missionaries had actually tried in every way to forcefully convert our entire community. Not with love, but with a noose around the neck. They trampled on centuries-old traditions and they used other ones as springboards for their own designs. Myself, to the age of 32, had kept to the trodden path. As my mother used to say – who was an elderly tribal leader of our tribe – «By day a roman catholic for the eyes of the world and by night an Indian, for the eyes of the soul.» But at that age of 32, I couldn’t tolerate that kind of restriction, that noose that I was wearing, so I revolted in my own way… I researched our roots, I learnt all of our native tongues, I studied at white men’s universities – which, for an Indian of my generation, was a very unusual thing. For years, they had me as a traveling lecturer of comparative linguistics. Quite often, I would dishonestly play the clown at their academic games, since to them I was a rare, exotic species of bird, with a different kind of plumage. I used to compare our words with their French or English equivalents; our habits with theirs. There were times that I felt as though they were observing me like archaeologists observe fossils. To me however, those meetings alone – those cultural meetings – regardless of the response, contained joy and grief together. My revolution was still thundering, because it was muted, like the tread of a rabbit… My mother – the pillar of our community – was to me a source of wisdom and immense pain. She was my…. Indian Zosimas….»

(He took a deep breath and continued …..)

«My path to the Orthodox Church was a «secret path», as we say in our tongue. There came a time, that I became caught in her net, and ever since then, I have been treading very discreetly, carrying a very heavy crucifix. It happened to me through linguistics. It was always the subject that impressed me most. By taking linguistics courses, I became impressed when I happened to read the lives of saints Cyril and Methodius, who are known as the Apostles of the Slavs. I was especially intrigued by the Cyrillic alphabet and the pursuant Slavonic tongue. I asked my professor if there was any chance I could listen to Slavonc being spoken. He suggested that I should visit one of the Russian churches. I rang one of them, but I heard only the answering machine. I rang the next day, and a friendly voice informed me that Vespers were held at 7in the evening, and that Sunday Service was held at 10 in the morning. I asked if I could attend. He replied of course I could. I told him I wasn’t Russian, or Orthodox. He responded that the Orthodox Liturgy was not only for the Russians or only for the Orthodox, but for all people. So, I mustered some courage and went on a Saturday evening to listen to spoken Slavonic and to meet the priest, who had spoken so pleasantly. He was a priest-monk from Mavrovouni of Serbia. His name was father Anthony… He too has passed away now…. Well, anyway, the first Saturday that I attended Orthodox Vespers in the cathedral of saints Peter and Paul, I experienced something unprecedented. Looking at the icons, listening to the melodies, observing the penance bows and the prostrations, the fragrance of the incense wafting in the atmosphere, were all reminiscent of my having discovered the «secret path»…»

«You won’t believe it, but, every now and then, I can discern parallels between the Indian traditions and Orthodox tradition. Somewhere inside me, this discovery fulfilled my Indian ethos and supplemented it. At first, I felt I was floating among the clouds. During my first liturgy, I asked if I could stay on, after the benedictions for the catechumens… They said: you may. So I sat down, like an Indian dog! Ever since then, I began to go more frequently. At first, on Sundays only, then on Saturdays, and later on, during weekdays, whenever there were important feasts. It wasn’t much later, that I noticed confession was taking place in the evening, after Vespers. It was the period of Lent. At the end, they all asked for forgiveness from the priest. He placed his stole over their head and blessed them with the sign of the cross. I stood in line, but they said:

-You can’t, you’re not Orthodox. This is a holy Sacrament.

– But our entire life is a sacrament, I said.

I pondered again, and asked them:

– So, how can I become Orthodox?

– Talk it over with the priest, they suggested.

Not much time had passed by, when I decided I wanted to become Orthodox. On the day that it was to take place, there was a snowstorm that didn’t allow me to leave the village. It was postponed, for the feast of the Induction of the Theotokos. And that’s how it finally happened…. I was given the name Vladimir.

Much later, when reminiscing over my induction into the Orthodox Church, I drew out of my memories the imposing figure of a Serb priest, who had visited our village when I was young. His appearance and his manner had left a deep impression inside me. I remember my mother having commented that:

-Now there’s someone who isn’t making propaganda with his truth…».

Quite some time had passed, when I decided to visit him again. This time, I went with two of my friends and a little car, equipped with tape recorders and microphones, and we departed one sunny morning for his village, Caughnawaga. He had suggested that we meet at the Indians’ radio station since he had been the radio commentator for several years, and had promised us walks and conversations in their territory.

We did find him at the radio station in the village, with headphones over his ears, reading the morning prayer in each and every Indian tongue. Then in French and English. Naturally his audience did not…detect him making the orthodox sign of the cross.

We waited respectfully until he had finished…. He removed the headphones and approached us… He was more talkative than usual, and somewhat cheerier.

– What would you like me to tell you? He asked warm-heartedly. And what could you ever want to learn from me?

– Tell us whatever you want, Gregory replied. Say, for instance, something about your people, your celebrations, your mission….

– You’re going too fast, he interrupted. One thing at a time.

– Well, my people…

It took him some time to formulate his reply. He was seated in an armchair, but found it was not comfortable for him… he abandoned it and sat down on the porch with us… he preferred to be on the same level with us…

«My people are simple, just like their food. The chief of the tribe is a man, but he is elected by the council of woman-elders of the tribe. All of our group rituals take place in the «long house». This has two doors. The men enter through the eastern door and the women from the western one. It is a simple edifice, just like most of our rituals are. In our marriages, an integral part of the ritual is the blessing of the elders. During our funerals, for both men and women, when they are carried into the long house they enter through their separate doors, but the head of the deceased always faces the east. After nine days, we prepare the funeral meal, but without salt…»

He suddenly jumped up, because the record he had selected to be played over the radio had stuck. He put on another record, made an announcement, and came back to us…

«What were we talking about? Ah, yes! The rituals. I will show you the long house, before it gets too dark… Now, about our celebrations. The entire year is a celebration (he burst out laughing). We have the mid-winter festival (four days long); we have the snow festival, the first bloom festival, the first crop – which is the berry; the festival of plenteous harvest (thanksgiving), the threshing festival (4 days), the festival of surplus, of rain and of sowing, and the cycle starts all over again.. Something like an ecclesiastic calendar of our holy earth…»

He took another deep breath and continued:

«We don’t say much, nor do we eat much; We don’t get angry often, we love what was given to us and we continuously give thanks for the bounteous gifts…»

– Do you happen to have any tobacco? He asked me.

– No, I said.

– You know, we chew our tobacco – in other words, we eat it. We don’t smoke it. When you smoke it, it turns into air, whereas if you eat it, it becomes one with you, and you bless the earth that gave it to you… Now, what else did you ask me? Ah, yes! About my mission…..

«What can I say? My people got tired of the missionaries. They have been coming here for years, mostly to take rather than to give.. They never showed any interest in what we have. They just brought on the steamroller, they flattened everything, and then they embarked on their…. evangelical sowing.

But that Serb was different. He actually gave something, with his presence…he took nothing from us, except a piece of our heart. That was what I loved, when I later read about saint Herman of Alaska and the Orthodox missionaries amongst the Eskimos… it is impossible for the mind not to make comparisons…as hard as it may try…

I still remember that Jesuit, who told me to my face that he was instructed to teach spirituality. When he left our home, my mother shook her head in disapproval, saying: «we, my child are a spiritual people, while he, even if his Christ came to him, he would sit him down to preach at Him…».

– Are there any other orthodox amongst the Indians? Gregory asked again.

­- I have met an Orthodox Eskimo in Plattsburg and one more – a very tall Mis Mac. There may be others, who I’m not aware of. But in the Indian hospital we do have a couple of Serb doctors, the Moscovitches. Real gems of people; they have a special love for our world, and they offer all their assistance.»

Lesley looked him directly in the eyes.

– Tell us if you want about that story with the Indian masks*. It was in all the newspapers and they all mentioned your name. What happened exactly ?

Vladimir sat down, cross-legged, and after taking a few minutes to think, replied:

«To us, those masks are sacred. We always keep them in the dark, and we protect them with silk material. They represent the…holy personage that we are in search of. We find it in silence, in darkness, where we also find the light of our soul. Our soul is never displayed in exhibitions, or in artificial lighting… Those who organized the exhibition have lost every sense of what is sacred, and that is why they strive to «gently» remove it from our souls also…. We love the earth, because it knows how to keep silent and be fruitful. We have learnt to humbly love it and to honor it.. It is something like Orthodoxy’s Holy Mother….since you like parallels. But, I have said too much… Let’s get up now, and I will show you my village…»

We got into the little car, and I sat in the driver’s seat. Vladimir was the co-driver. He began to show us all the landmarks:

«Here in the center of the village you can see the catholic church. It is dedicated to saint Kateri Tekekwitha, an Indian woman whom the priest proclaimed a saint. We keep her bones in this church, which perform miracles. This is a pilgrimage for the laity. Her life is as beautiful as a fairytale… To me, she was a fool in Christ… She was a grace-filled fool.. She would roll over in the snow, to purify her heart… My fellow villagers -who became Catholics- are not particularly fond of catholic propaganda, but they do show reverence to their saint; it was their pressure on the Vatican that brought on her beatification… Next to the church, there is a small museum. In there, you will find a map of the confederation, that describes in detail all of the Indian tribes, the symbols, the numbers, the places they originated from, their historical course, their languages…. Everything has become a part of the….. museum… Now turn right, here…. This is our Cultural Center. Above it, is the radio station where we met…. That is where I broadcast from… Now, during the Triodion, and afterwards, during Lent, I play a lot of western spiritual music and little by little, I include some Orthodox innuendos, but only just enough as to not be provocative. Indian spiritual music is not permitted over the radio. It is only for the «long house». The cultural center is financially supported by the white government. The powers outside, of the «civilized» world, want to help us, but only on paper; in actual fact, they want to drown us, to humiliate us, to exhaust us – not so much us, as our souls and whatever we carry. They want to turn us into masks for museums, clowns at parties, research for archaeologists… They haven’t taken a whiff of, nor do they suspect what kind of….tobacco we prefer.»

He burst into laughter. I nearly lost control of the steering wheel…I continued to drive on, following his instructions – left- right – straight ahead etc….Until, at a bend in the road, we saw a modern but very unusually shaped structure..

«This is our school, Grade School and High School. It has a good program, I like it. It is truly Indian. Apart from the classic subjects of «white» education, we have many other lessons that are most probably unfamiliar to the whites. We don’t call them «customs» or «culture», but «Indian ways», «Indian paths» (the sounds of the earth), Indian dances, Indian songs and cries (like an ancient drama), Indian law, and other things. The grounds surrounding the school are sacred. We also have a «dark room», but not for photographs… it is for the making of the….mask inside us»

– Now go straight ahead, eastward. Continue, until you find the highway. Two-three kilometers from there…

«This here is our Hospital. It is a new building and is a new idea for us. A beneficial one, I hope. It was built in 1985. Before that, we had our own medicine men, or we resorted to the white man’s hospitals. But.. they were difficult.. Most of their staff was unaccustomed to our way; it was difficult for them to look after our old folk. They have to be in our shoes, in order to understand… Many try. Besides, you can tell apart those who truly love and who can be discerned from the usual professionals….»

Vladimir Natawe was the chief of his tribe; he was their spiritual leader. It was he who recited at their funerals and their weddings – he was something like a priest for them. In the evening, he would sit cross-legged in the «long house», listening to his people’s problems and solving them with the advice he offered. He had a judge’s role, which was one of their most powerful traditions. He was a poet and a translator, and also a philosopher. He knew their problems better than anyone else; he also knew the strict laws that governed their tribes. Those who denied their ancestral principles and became Christians were allowed to remain in the village, but were not given any office. They would have to leave the council of the wise, the elders; they would «lose their destiny» as they described it … in their own special kind of way, they would be disowned. All of this may not be of much significance for an ordinary Indian, but for a chief……

No-one in the village ever found out -until the day he died- that their chief was an Orthodox Christian. And Vladimir -who was Frank to them- lived and worked with them, for them, with the ever-present fear that they might find out. He had to be perpetually moderate, careful, flexible, otherwise his image would have been smashed inside them. He was in charge of the radio station for years, and he also worked at their cultural Center. He was considered an authority on subjects of tradition, and was unimaginably touched, whenever he found «parallels» -as he called them- in Orthodox tradition. He shared many of his experiences with us, because he couldn’t share them with his own people. What a heavy crucifix to bear….

Whenever I would see him coming out of the inner sanctum of the little orthodox church of the Sign of the Theotokos -which held services in English and French- dressed as an altar-boy and holding the candle in front of priests and bishops, I couldn’t help wondering what kind of heart that old Indian wolf had inside him, who persistently said «God knows». And he would forever be prostrating himself on the ground, so that God would give him enlightenment to govern his people through tempests and ordeals, and to give him the strength to hold up the heavy load that was given to him, right to the end.

The years passed. Every friend that visited us in Montreal had to make the imperative trip to the Indian village and to meet Vladimir. And many of them told me that they had recorded their own experiences there.

One morning, I received a phone call in Montreal, telling me that Vladimir had passed away in his village. The question that arose in my mind was: who was going to bury him, what was to become of him? He had however left a specific, written instruction for all the rituals to be done in the Indian tradition in the «long house» and for an Orthodox priest to read benedictions over him. Naturally, the Indians had no idea what he meant by «an Orthodox priest», but he had left a few telephone numbers too.

They did actually phone, and an Orthodox priest went and recited the funeral service before they carried Vladimir into the long house.

Unfortunately I didn’t have the opportunity to attend the ritual in the long house, but a mutual friend who attended the funeral conveyed the details to me.

Two days after the funeral, that same friend, Michael, brought me the news, together with a package. He told me that he had attended the entire ritual. It was truly impressive. When they go to the long house, the Indians put on the outfits that befit their rank in the village. The ritual -which was of course in their own languages- had a particular form, much like the old, Byzantine type. At the end, the tribal chief’s testament was read out aloud, before all the tribe. In his will and testament, he mentioned where he left each of his belongings. Vladimir was 75 years old at the most. He had children, grandchildren and great-grandchildren. He left something to every single member of his family. At one point, the Indian who was reading the will found some difficulty in reading a name – a non-Indian name- and, after grimacing a bit, he put on his glasses and pronounced the name, in a distorted kind of way: «Ya-nis Ha-ji-ni-ko-la-ou». My friend Michael raised his hand and they gave him the package, which he in turn gave to me.

When I opened the package, I saw what was inside: it was a book, «The Divine Liturgy», in Greek and in English, which I had given to him many years ago. Inside, on the first page, it said: «To Yanni», and below that, in Greek: «Until we meet again – Vladimir Natawe». I took this to be a very kind gesture on his behalf; he had in fact inserted those words before his final departure; perhaps because he had sensed that his death was near. He had written the words «Until we meet again» in Greek. Of course, the surprise did not end there; there was more to come. When I leafed through the book, I was astounded, my mouth gaping… He had translated the entire text of the liturgy into the Mohawk tongue, above the lines of the English text! Of course I can’t read Mohawk, but I am holding on to the book as a memento – this orthodox liturgy by Vladimir in Indian – the entire Liturgy of Saint John the Chrysostom… If God bestows me the honor, I may publish it one day...

Contemporary stories like this one may sound like a fairytale, because our life seems equally fleeting. And yet, these stories are filled with a never-setting light; they are modern-day testimonies of that blessed «lunacy» – that yeast, which leavens all of the dough, from the tiny church atop an Aegean islet, to the distant Indian reservations of Canada.

Until we meet again, Vladimir….Karamazov….

[Reproduced from the magazine «Synaxis» and the article by John (Yanni) Hadjinikolaou, titled «The passing of an Indian»]

________________

* For the reader’s information, I will briefly report the events. The Canadian government decided to open a new museum in Western Canada, in the city of Calgary, where it would put on display amongst other exhibits a number of Indian masks, which it had borrowed in an ‘unorthodox’ manner from a long house, as folklore artifacts… This provoked the indignation of the Indians, who assigned Vladimir to look into the matter, to visit the exhibition at the expense of the government and to give his opinion to his people as well as to the government….

Transcript: Thomas Dritsas.

Translation by K. N.

(   http://oodegr.com/english/empeiries/indianos1.htm )

Ευχόμαστε και προσευχόμαστε στον Τριαδικό Θεό να ευλογήσει το δένδρο που φύτευσε ο Βλαδίμηρος. Να εκδοθεί η Θεία Λειτουργία στη γλώσσα των Ινδιάνων του Καναδά, και να γνωρίσουν οι απόγονοί του την Ορθόδοξη πίστη και Εκκλησία, χωρίς προσηλυτισμούς και προπαγάνδα. Είμαστε βέβαιοι ότι απο κει ψηλά θα εύχεται και προσεύχεται στον Τριαδικό Θεό για το φωτισμό της φυλής του, του λαού του, όλων των ανθρώπων.

Αλίμονο, όμως, σε εμάς που έχουμε την Ορθόδοξη πίστη και την περιφρονούμε και την πολεμούμε και την αγνοούμε. Ο Βλαδίμηρος και οι άλλοι νεοφώτιστοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μας δείχνουν το δρόμο …

Advertisements
This entry was posted in America, Canada, Αμερική, Ευρώπη, Ελλάδα - Greece, ΗΠΑ - USA, Κύπρος - Cyprus, Καναδάς and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s