Ιστορίες της Ιεραποστολής : Τα πουλάκια μας φεύγουν κελαηδώντας … Mission’s stories : Our little birds perish singing…


Πολλές φορές σκέφτεσαι ότι είσαι επιτέλους μόνος σου. Ότι ήλθε η ώρα να ξεκουραστείς. Κάθεσαι να ξαποστάσεις λοιπόν, όμως διαπιστώνεις ότι ένας νέος πειρασμός έρχεται να προστεθεί στους ήδη υπάρχοντες. Μια ακατάπαυστη καθημερινή λαίλαπα, ένας μυστικός πόλεμος μέσα σε μια αδιάπτωτη πάλη, που έρχεται να συμπληρώσει την ιστορία της ζωής, που πρέπει μάλλον να επαναλαμβάνεται, για να μην ξεχνούμε. Να μην ξεχνούμε ότι είμαστε ένα τίποτε χωρίς τη δύναμη και τη χάρη του Θεού.

ke3

Είμαι στο σπίτι ενός πολύ καλού μου φίλου. Οδηγός στα λεωφορεία, ρωμαιοκαθολικός μέχρι εχθές, τώρα πια κατηχούμενος, πολύ πιστός. Ο πιο καλός κατηχούμενος που έχω δει εδώ. Καθόμαστε μαζί και συζητούμε την πορεία της νέας ενορίας στην πόλη του Sakaraha. Όπως την επιθυμεί ο καλός μου αδελφός.

Όταν προχωρά κανείς στο δρόμο της ιεραποστολής, συναντά μπροστά του ξένους ανθρώπους πολλούς. Μα ένας αόρατος σύνδεσμος πάντα φωτίζει την κάθε συνάντηση και, από εκεί που δεν γνωρίζεις κανένα, στην καρδιά σου μέσα αρχίζει να καλλιεργείται μια σχέση που ξεπερνάει την ανθρώπινη αδελφική, ένα πνευματικό δέσιμο, που σε οδηγεί σαν μέσα από ένα μονόδρομο στη θυσία, στο ολοκληρωτικό δόσιμο της ύπαρξης για την τελείωση του υπέρτατου σκοπού. Όχι γιατί το επιθυμείς, ή γιατί το αξίζεις εσύ να γίνεις φορέας του θαύματος, που ονομάζεται σωτηρία, αλλά γιατί απλά έτσι το θέλησε ο Θεός.

Η συζήτηση έχει ήδη προχωρήσει και η νύχτα με βρίσκει για μια ακόμα φορά κοντά στους ανθρώπους που αγαπώ, να ακούω το παράπονο τους. Το παράπονο που ακούγεται σαν μονόλογος, σαν ένας μονότονος θρήνος, που ηχεί καθημερινά στη γη αυτή από το στόμα του πιο μικρού μέχρι και του πιο μεγάλου.

—Εδώ έχουμε άσχημα νέα, πάτερ.

Δείχνοντας μεγάλη απορία συνεχίζω το διάλογο, αν και υποψιάζομαι ήδη πού δρομολογείται η συζήτηση.

—Δηλαδή;
—Η γυναίκα μου. Κοιμήθηκε τον Αύγουστο. Σε έψαχνα, πάτερ μου, αλλά το τηλέφωνο σου ήταν κλειστό.
—Έλειπα στην Ελλάδα.
—Ναι, το ξέρω. Μα ήθελα λίγη βοήθεια για τη γυναίκα. Μου είχαν τελειώσει όλα τα χρήματα… Τελικά κοιμήθηκε. Το πρόβλημα είναι το παιδί, όμως. Έχει να θηλάσει από τον τρίτο μήνα. Είναι τώρα οχτώ μηνών.

Ήξερα ότι είναι πολύ δύσκολο να μείνει ένα παιδί αθήλαστο πολλούς μήνες. Την άλλη ημέρα μού τό φέρνει μπροστά μου ο πατέρας και μου το δείχνει με χαρά.

—Αυτός είναι ο γιός μου.

Το θέαμα, που αντίκρισα μπροστά μου, ήταν τραγικό: ένα βρέφος 8 μηνών με γερασμένο δέρμα σαν 70 χρονών. Μαλακό και ζαρωμένο. Ρώτησα τον πατέρα τι τρώει το παιδί και μου απάντησε κυρίως ρύζι. Αραιά τού δίνει και μια μοναχή καθολική γάλα. Τους είπα ότι το παιδί χρειάζεται οπωσδήποτε γάλα. Το απόγευμα πήγα και του αγόρασα από ένα φαρμακείο ειδικό γάλα για βρέφη.

Έφυγα την ίδια μέρα για το σπίτι. Το βράδυ στις 8 τον πήρα τηλέφωνο και με ευχαρίστησε για το γάλα. Το παιδί με όρεξη ήπιε το γάλα του και έφαγε.

Στις 9 το ίδιο βράδυ με παίρνει και μου λέει ότι το παιδί έπαθε ξαφνική υποτροπή. Του είπα να το φέρει στο Τουλιάρ και μου ανακοινώνει με αμέτρητη θλίψη ότι δε γίνεται πια, γιατί ο γιατρός έχει ήδη διαπιστώσει το θάνατό του…

Ο πατέρας, ένας θαυμάσιος άνθρωπος, που ομολογώ ότι στη ζωή μου δεν έχω συναντήσει, τώρα είναι ο καλύτερός μου φίλος. Κατηχούμενος πολύ πιστός, πολύ πιό πιστός από εμένα, με καρδιά απλή σαν παιδιού. Λυπήθηκε αφάνταστα για το παιδί του και τη γυναίκα του. Δεν το έβαλε όμως κάτω. Συνέχισε την πορεία του. Έμεινε κοντά μου και, αντί να τον παρηγορώ, με παρηγορεί αυτός στις θλίψεις μου και στον αγώνα μου.

Ήταν οδηγός στα λεωφορεία. Από εκεί τον γνώρισα. Όταν, λοιπόν, το λεωφορείο του περίμενε στήν πρωτεύουσα, για να γεμίσει με επιβάτες –το οποίο μπορεί να διαρκέσει ημέρες πολλές–, αυτός κλεινόταν μέσα, σε αφόρητη ζέστη συνήθως, και προσευχόταν. Προσευχόταν συνέχεια.

Μόλις προχθές μού ομολόγησε ότι δεν τον πειράζει που έμεινε μόνος του, γιατί τώρα πια κλείνεται στο δωμάτιο και προσεύχεται απερίσπαστα… Και τα δάκρυα, μου λέει, τρέχουν άφθονα…

Κάθομαι στο γραφείο λοιπόν και σκέφτομαι. Σκέφτομαι τα λάθη μου. Και τα λάθη μας. Και τον πόνο των ανθρώπων. Και το κουράγιο τους. Και περνούν οι εικόνες μπροστά μου. Μία προς μία. Προχθές μού διηγήθηκαν το θάνατο τριών παιδιών σε ένα χωριό πιστών μας. Μάλλον επιδημία. Ο πατέρας βουρκωμένος μού διηγούνταν τις τελευταίες στιγμές του μικρού του γιου. Όταν ζαλισμένο το παιδί τού χτυπούσε το χέρι και τον παρακαλούσε για βοήθεια. Κι εγώ βέβαια παρηγορούσα. Αλλά ποια ανθρώπινη κουβέντα μπορεί να επουλώσει τον ανθρώπινο πόνο σε τέτοιες στιγμές; Κι όμως αυτοί οι άνθρωποι δεν αγανακτούν. Προπάντων δεν τα βάζουν με το Θεό. Ποτέ τους δε σκέφτονται κάτι τέτοιο. Αποδέχονται το σχέδιο του Θεού. Με παράπονο και πόνο ίσως. Αλλά ποτέ με αγανάκτηση και απελπισία.

Σκέφτομαι λοιπόν κι εγώ σκυμμένος πάνω στο χαρτί. Ποιος τελικά γράφει την ανθρώπινη ιστορία; Ποιος είναι αυτός που αλλάζει τον κόσμο; Τι θέλει ο Θεός από εμάς; Ποιος χτίζει και ποιος γκρεμίζει; Μήπως, αντί να χτίζουμε, τελικά γκρεμίζουμε;

Ποιοί είναι τελικά οι ήρωες σε αυτόν τον κόσμο; Οι φέροντες το όνομα ή οι κατέχοντες το όνομα; Χριστιανός, Πιστός, Ιεραπόστολος, Πατέρας, Αδελφός, Πνευματικός… Ονόματα πολλά. Μα πού είναι η ουσία τελικά;

Η ιστορία δε γράφεται στο χαρτί. Η ιστορία γράφεται με πολύ κόπο στο χώμα, στη λάσπη, μέσα στις φτωχογειτονιές, μέσα στις καλύβες, μέσα στις αρρώστιες, μέσα στις θλίψεις, στον αγώνα, με αίμα πολλές φορές.

Ας μην ξεγελιόμαστε. Δεν αρκεί το όνομα. Γιατί απλά ο Θεός δεν κοιτάζει το όνομα που είναι χαραγμένο στα χαρτιά, αλλά το όνομα που είναι κρυμμένο στην καρδιά. Και αργά ή γρήγορα Αυτός το φανερώνει κατά την ιδίαν Αυτού βούληση και μας το παρουσιάζει μπροστά μας. Σαν καθρέπτη που δείχνει τον εαυτό μας στην κατάσταση που πρέπει να βρίσκεται, μα πολλές φορές όχι αυτό που είναι. Για να λυπηθούμε, έτσι, τουλάχιστον τον εαυτό μας και να βάλουμε αρχή για τη νέα ζωή. Και να μάθουμε επιτέλους να χτίζουμε. Να χτίζουμε ψυχές. Έτσι γράφεται η ιστορία. Όχι επί χάρτου. Αλλά επί καρδίας.

Τα πουλάκια μας φεύγουν πραγματικά κελαηδώντας. Τα μικρά μας παιδάκια εδώ. Και το κελάηδημά τους μένει ανεξίτηλο μέσα στη μνήμη μας. Ένα κελάηδημα που σαν μια υποθήκη σε αναγκάζει να μένεις και να αγωνίζεσαι στον ταλαιπωρημένο αυτόν κόσμο. Παρά τις δυσκολίες. Παρά τη σκληρότητα που αντιμετωπίζεις γύρω σου. Παρά τη λύπη που συνέχει την καρδιά σου.

Το κελάηδημα αυτό είναι άλλοτε η μεγάλη παρηγοριά μας και άλλοτε η μεγάλη υποθήκη της ζωής μας. Και εύχεται πραγματικά κανείς να φύγει από αυτόν τον κόσμο σαν αυτά τα μικρά μας πουλάκια. Κελαηδώντας και χαρούμενος μέσα στη δίνη της πίκρας του κόσμου αυτού.

Ιερομόναχος Πολύκαρπος

Συντόμευση προς την ανάρτηση: http://ierapostoles.gr/?p=7980

Many times you think that you’re alone at last and that it’s time for you to rest. So, you sit down to relax, but you realize that a new temptation comes up besides the previous ones. An incessant daily whirlwind, a secret war amidst an unabated struggle that comes to fill the story of life, which probably has to be repeated, lest we should forget that we are nothing without God’s strength and grace.

ke2

I am at the house of a a very good friend, a bus driver, a Catholic till yesterday, now a very faithful catechumen. The best catechumen I have seen here. We are sitting together and discussing the progress of the new parish in his city, Sakaraha. Just like my good brother envisages it.

When you walk on the missionary path, you come across many unknown people. However, an invisible connection always brightens every encounter and, although you know nobody, in your heart starts a relationship more significant than that of brothers in the flesh, a spiritual bond, which leads you through a one-way road to sacrifice and makes you give your whole existence for the completion of the ultimate goal. Not because you want it, or you deserve to become an agent of the miracle of salvation, but simply because this is God’s will.

The conversation has been going on for hours and once more, the night finds me close to the people I love, hearing their grievance; a grievance that sounds like a monologue, like a monotonous wail heard daily in this land out of eveyone’s mouth, from the younger to the older.

—Here we have bad news, father.

With a lot of interest and curiosity I continue the conversation, although I already have a feeling of how the discussion will end up.

—What do you mean?
—My wife fell asleep in the Lord in August. I was looking for you, father, but your phone was switched off.
—I was away in Greece.
—Yes, I know. But I needed a little help for the woman. I had run out of money… Eventually she passed on. The problem is the baby, though. It hasn’t nursed since the third month and now it is eight.

I knew that it is very tough for a baby not to be nursed for so many months. The next day the father brought it over and showed it to me with joy.

—This is my son.

But what I saw before my eyes was tragic: an eight-month-old infant with an aged skin looking like 70 years old: soft and wrinkled. I asked the father what the infant ate and he said, mostly rice, and at times some milk, which a Catholic nun gave him. I told him that the child needed milk immediately. In the afternoon, I went to the pharmacy and bought him special milk for infants.

He left the same day for his home. At 8 o’clock in the evening I called him and he thanked me for the milk. The boy had drunk his milk with large appetite.

One hour later he called and said that the child had suffered a sudden relapse. I asked him to bring him to Tulear, but filled with immeasurable sadness he announced that nothing could be done any more, because the doctor had already declared his death.

The father, a wonderful man, like whom I admit I have never met before, is now my best friend. A very faithful catechumen, much more faithful than me, with a simple, childlike heart. He was incredibly grieved at the loss of his child and wife. But he didn’tgiveup. He continued his struggle. He stayed with me and, instead of me offering him consolation, it was he who consoled me in my sorrows and struggle.

He was a bus driver. It is there that I met him. When his bus was waiting at the capital to be filled with passengers, which can take many days, he usually stayed inside with the doors shut in usually unbearable heat and prayed, he ceaselessly prayed.

Only yesterday did he confess to me that he did not mind being left alone, because now he can shut his room’s doors and pray without distractions… Tears, he says, drop in abundance…

Now, I am sitting in my office and thinking, thinking about my faults and others’ faults, people’s pain and courage, and images are passing in front of my eyes one by one. One of these days I was informed of three children’s death in one of our parishes. Probably it was due to an epidemic. The father described in tears the last moments of his little son, when the dizzy child was hitting his hand and begging for help. Of course, I was trying to offer him some consolation. But which human word can heal human suffering in such moments as these? And yet, these people don’t get indignant. Above all, they do not quarrel with God. They don’t even think about it, but they accept God’s plans, maybe with feelings of bitterness and pain, but never with anger or despair.

Now, I am bending over the paper and thinking; Who after all, writes human history? Who changes the world? What does God want from us? Who builds and who destroys? Do we ultimately destroy, instead of building?

Most importantly, who are the heroes in this world? Those bearing a hero’s name? Christian, faithful, missionary, father, brother, spiritual father… there are so many names, but is it the name that really matters?

History is not written on paper; history is written with many labors on the soil, in the mud, through the slums and huts, in diseases and sorrows, with struggle and usually with blood.

Let us not deceive ourselves. Names are not enough. Simply because God does not care about names drafted on paper, but about the name hidden in the heart. Sooner or later, He reveals it and presents it before us according to His own will. Like a mirror reflecting us in the state we should be, but usually are not, so that we can pity ourselves and make a beginning for the new life and eventually learn how to build souls. History is written in this way, not on paper but on the heart.

Truly, our little birds, our little children here, perish singing and their chirping remains indelible in our memory. It is a chirping that like a moral injunction compels you to live and fight in this crummy world despite the difficulties, despite the toughness you see around you and the sadness confining your heart.

Sometimes, this singing is our great consolation and some other times it is our big mortgage in this life. One really hopes they will leave this world like these little birds, chirping and rejoicing in the midst of the bitterness of this world.

Hieromonk Polycarpos

Shortlink to the post: http://orthodoxmission.org.gr/?p=7172

This entry was posted in Africa, Ελλάδα - Greece, Εξωτερική Ιεραποστολή, Κύπρος - Cyprus, Μαδαγασκάρη- Madagascar, Πατριαρχείο Αλεξανδρείας ( Greek Orthodox Patriarchate of Alexandria and all Africa ) and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

3 απαντήσεις στο Ιστορίες της Ιεραποστολής : Τα πουλάκια μας φεύγουν κελαηδώντας … Mission’s stories : Our little birds perish singing…

  1. Παράθεμα: Ιστορίες της Ιεραποστολής : Τα πουλάκια μας φεύγουν κελαηδώντας … |

  2. Παράθεμα: Ο Θεός δεν κοιτάζει το όνομα που είναι χαραγμένο στα χαρτιά, αλλά το όνομα που είναι κρυμμένο στην καρδιά… | Σημεία Καιρών

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s