Ποιος είσαι εσύ; – Έργο σε 6 πράξεις ( Ορθόδοξη Εκκλησία Μαδαγασκάρης ).Who are you? – A play in six acts ( Orthodox Christian Church in Madagascar )


ΠΡΑΞΗ 1η

Μικρές φωτιές έχουν ήδη ανάψει στους δρόμους της Ταναναρίβης. Άλλες από τους μικρούς κατοίκους των δρόμων, για να ζεσταθούν, άλλες για να πάρουν μπρος τα κάρβουνα για το πρωινό ρόφημα που θα ξεγελάσει την πείνα των φτωχών. 5.30 π.μ. Η ζωή στην πόλη ήδη άρχισε.

Για δες με πόση ζωντάνια φορτώνεται ο μικρός οκτάχρονος το μπιτόν με το νερό στην πλάτη του!

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο αγωγιάτης τραβάει με δύναμη το σαρέτι και αγωνίζεται να μεταφέρει γρήγορα τη μάζα των επίπλων που έχει φορτωθεί αποβραδίς. Ο ίδιος, ως συνήθως, έχει αναλάβει το ρόλο του οδηγού αλλά και του υποζυγίου. Το προσδόκιμο μεροκάματο 5.000 αριάρι, 1,5 ευρώ. Κι αυτό γιατί η κυρία του σαλονιού είναι ευκατάστατη.

«Ο λαός μου χύνει το αίμα του για να ζήσει», σκέφτεται ο νεαρός Ταχίρι καθώς βαδίζει γοργά για τη δουλειά. «Το ίδιο πρέπει να κάνω κι εγώ. Φτάνει πια. Πρέπει να κάνω κι εγώ οικογένεια. Φτωχός ίσως, μα έχει ο Θεός, όπως έχει για όλους αυτούς τους ομοίους μου… Για όλους τους φτωχούς του κόσμου.

ΠΡΑΞΗ 2η

Το μαχαίρι της μηχανής κρέατος έχει μπλοκάρει και ο πελάτης περιμένει να πάρει το κρέας. Ο Ταχίρι με πολλή επιμέλεια έχει βγάλει το προστατευτικό μέρος της μηχανής και την καθαρίζει με το χέρι του βαθιά μέσα της.

Όμως το μοτέρ παίρνει ξαφνικά εμπρός… Σε κλάσματα δευτερολέπτου, το δεξί του χέρι είναι παρελθόν. Αίμα, πόνος, ψυχική απόγνωση, κλάμα, σκοτάδι. Όλα γύρω του μοιάζουν να έχουν τώρα σβήσει.

ΠΡΑΞΗ 3η

Στο χειρουργικό κρεβάτι μόνο ένα ρόγχο ακούς· του πόνου. Ο νους έχει χαθεί. Τα όνειρα σε μια στιγμή έγιναν σκόνη. Είναι μόνος. Στη ζάλη της νάρκωσης, του πόνου και της απόγνωσης. Ό,τι το πρωί έχτιζε, τώρα γκρεμίστηκε.

Τα υγρά μάτια του διακρίνουν μια μαύρη φιγούρα να ανεβοκατεβαίνει το διάδρομο. Το περπάτημα μηχανικό. Κοντοστέκεται εμπρός στην πόρτα του χειρουργείου για λίγο. Φεύγει, έρχεται. Ποιος δίνει όμως σημασία. Ο πόνος προέχει και προτρέχει. Γρήγορα κλείνει αυτομάτως τα μάτια του ο Ταχίρι, καθώς σουβλίζει αλύπητα ο πόνος το σώμα του και την καρδιά.

ΠΡΑΞΗ 4η

Τώρα μόλις συνήλθε από τη νάρκωση, όχι όμως και από τον πόνο. Μέσα στα αναφιλητά του τα υγρά μάτια του μαυρίζουν ξαφνικά· η μαύρη φιγούρα. Τώρα κοντά όσο ποτέ άλλοτε.

Το χέρι του μαυροφορεμένου αγνώστου έχει κολλήσει στο προσκεφάλι του.

«Μην κλαις. Θα γίνεις καλά», ακούγεται να του λέει σιγά με όσο το δυνατόν περισσότερη γλυκύτητα και ενθάρρυνση.

Μέσα από τον πόνο και την απορία ακούγεται σιγά-σιγά η φωνή του νέου να ρωτά:

«Ποιος είσαι εσύ;»

ΠΡΑΞΗ 5η

Στο σπίτι πλέον. Έχουν περάσει σχεδόν δύο μήνες. Ακόμα πονά, μα τώρα ελπίζει. Η μαύρη φιγούρα κοντά του και πάλι· είναι ιερέας Ορθόδοξος. Ο καλύτερός του φίλος πλέον. Άρχισε πια να σουρουπώνει.

– Άραγε θα με ξεχάσεις σύντομα; ρωτά ο ιερέας.

– Ποτέ, απαντά ο Ταχίρι. Ούτε τα λόγια σου ξεχνώ.

– Νομίζω, μια μέρα θα προσευχόμαστε μαζί.

– Θα το ήθελα πολύ. Οι Καθολικοί όμως δε σας συμπαθούν.

– Εγώ όμως τους αγαπώ. Δεν ήλθα να κλέψω, αλλά να δώσω. Το θέμα είναι εσύ τι θες. Σου είπα τα πάντα για το Θεό. Θες να προσεύχεσαι μαζί μου;

– Είναι πολύ όμορφο και το αγαπώ. Μα οι Καθολικοί με στηρίζουν οικονομικά. Είμαι Καθολικός.

– Σ” το είπα, δεν κλέβω. Μόνο δίνω. Έχει ο Θεός, παιδί μου.

– Δεν ξεχνώ το πόσο κοντά μου στάθηκες τόσον καιρό. Κι ακόμα είσαι δίπλα μου. Δε σε ξεχνώ.

– Όταν γίνεις Ορθόδοξος, θα είναι η μεγαλύτερη για μένα χαρά.

Κουνά καταφατικά το κεφάλι ο νεαρός.

Τα αριστερά τους χέρια ενωμένα πλέον σε ένα. Ο ήλιος αφήνει τις τελευταίες ερυθρές του ακτίνες να πέσουν πάνω τους, παίζοντας χαριτωμένα το υπέροχο παιχνίδι του, που με μεγάλη τέχνη διαγράφει τη χρωματική τους διαφορά και αφήνει το ένα και μοναδικό υποπόρφυρο χρώμα να βασιλεύει στα δυο καλά σφιγμένα άκρα και να εξαφανίζει τη διαφορά του ενός λευκού από του άλλου μαύρου.

– Για δες, γίναμε ίδιοι, λέει ο ιερέας.

Ο νεαρός τον κοιτάζει στα μάτια. Το χέρι του ιερέα χωρίζεται βιαστικά. Με δυσκολία κρατάει τα θολωμένα πλέον δικά του μάτια.

– Φεύγω, μονολογεί. Σύντομα θα γυρίσω. Μη φοβάσαι.

ΠΡΑΞΗ ΕΣΧΑΤΗ

Ο φύλακας Άγγελος της πόλης ήδη απλώνει το πορφυροκίτρινο σάλουτσά του πάνω από την προστατευόμενη πολιτεία. Η Ταναναρίβη στα γόνατά του, σκεπασμένη από το ζεστό του σάλουτσα. Στα χέρια έχει πάρει το λέφου του, για να προστατεύσει τα παιδιά που του έχει εμπιστευθεί ο Παντοδύναμος Θεός. Λαγοκοιμάται πάνω στο προσκέφαλό τους έτοιμος να τα υπερασπιστεί από κάθε εχθρό. Και να δώσει παρηγοριά σε αυτές τις απαράκλητες φτωχότατες υπάρξεις. Παρηγοριά στον πόνο και στα δάκρυά τους.

Η νύχτα πέφτει. Οι 2 πρωταγωνιστές μόνοι με τα μάτια κλειστά, προσεύχονται ήδη στον ίδιο Θεό. Ο ένας χωριστά από τον άλλο, μα ο ένας για τον άλλο.

Η αυλαία κλείνει εδώ. Το «επεισόδιο» της ζωής αληθινό. «Σεναριογράφος» ο Θεός. Οι πρωταγωνιστές υπαρκτοί μεν, αλλά σεβαστώς ανώνυμοι. Θαυμαστός όντως ο τρόπος, που ανοίγει την αυλαία της ζωής για κάθε άνθρωπο ο Θεός, σε ένα επεισόδιο που μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε μέρα, είτε εδώ στην Ταναναρίβη είτε σε οποιαδήποτε γωνιά της γης. Εκεί που σκοτάδι και πίκρα μετατρέπονται με τη χάρη του Θεού σε φως και χαρά.

ιερομόναχος Πολύκαρπος Μικραγιαννανίτης

http://ierapostoles.gr/?p=5418

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

1st ACT

Small fires have already been lit in the streets of Antananarivo. Some of them by those living on the streets, others for the charcoals to start burning for the preparation of the morning beverage, which will cheat the poor people’s hunger. 5.30 am: Life in the city has already begun. Look at what vitality this eight-year-old boy is loading the jerrycan of water onto his back!

The cart-driver is pulling hard the so-called “sareti” and is struggling to carry as quickly as possible the furniture that has been loaded on it since the night before. He, himself, as usual, has undertaken the role of the driver as well as that of the beast of burden. The expected day-wage is 5,000 ariary, that is, 2 dollars. And this is so because the lady whose furniture he is being loaded with is well-off.

On his way to work, young Tahiri thinks to himself: “People in my country are struggling to survive. This is what I have to do as well. I must make my own family too. I may be poor, but God will provide for me as he does for all the poor people like me in the world.”

2nd ACT

The blade of the meat-cutting machine has jammed up, and the customer is waiting for his meat. Very patiently and carefully, Tahiri takes out the protective part of the machine and starts cleaning it with his hand deep inside of it.

Suddenly the motor starts working… In no time, his right hand is cut off. Blood, pain, despair, tears, darkness. Everything around him seems to have collapsed.

3rd ACT

In the surgery bed it is only a moan of pain one can hear. It took a moment for the mind to be lost and the dreams to be shattered. He is all alone. In the dizziness of sedation, what is left is pain and despair. Whatever he was building this morning, comes tumbling down now.

His watery eyes can make out a black figure going up and down the corridor. He stands for a while at the door of the surgery. Then he leaves. He comes and goes. But who cares? The pain is so intense that it is the only thing that matters now. As he is thinking of all these, Tahiri closes his eyes, for the sharp pain stings his body and heart mercilessly.

4th ACT

He has just recovered from the sedation but the pain still remains. While sobbing, his watery eyes fill with that black figure. Now it is as close as ever.

The man dressed in black is at his bedside, his hand on his pillow.

“Don’t cry. You will get well,” he says to him as sweetly and encouragingly as possible.

Through the pain and wonder, the young man’s weak voice is heard to be asking:

“Who are you?”

5th ACT

Home since then. It’s been almost two months. He is still aching, but at least, now he lives in hope. The black figure is by his side again; he is an Orthodox priest, his best friend now. It is nearly dawn.

– I wonder, will you forget me pretty soon? asks the priest.

– Never, says Tahiri. Neither you nor your words.

– I think one day we will be praying together.

– I’d love to. The Roman Catholics do not like you, though.

– But I do love them. I did not come here to steal but to give. The point is what you want. I have told you everything about God. Do you want to pray with me?

– It would be wonderful and I’d love to. But the Catholics support me financially. I’m a Catholic.

– I told you, I don’t steal. I only give. God will provide, my child.

– I don’t forget how much you have stood by me for so long. And you are still by my side. I cannot forget you.

– When you become Orthodox, this is going to be the greatest joy for me.

The young man nods his head.

Their left hands are joined in one now. By letting its last rays fall on the two men, the sun is playing its wonderful game really artistically as it eliminates the difference in color on the firmly joined hands of the black and the white man.

The young man looks at him. The priest pulls his hand hastily. He can hardly restrain his own tears.

“I have to go now, he says. “I’ll be back soon. Don’t be afraid.”

FINAL ACT

The guardian Angel of the town is already spreading over his warm purple-yellow “salutsa”. Underneath lies Antananarivo, his city under protection. He has taken his “lefu” in his hands in order to protect the children the Almighty God has entrusted him with. He is by their side, ready to protect them from every enemy and console the pain and tears of all those poor creatures, for whom no one has ever prayed before.

The night is falling. The two protagonists, each one on their own with their eyes shut, are already praying to the same God, separately the one from the other, and yet, the one for the other.

The curtain comes down here. This episode of life was real. The “author” was God Himself. The protagonists were real characters, but were kept anonymous out of respect. It is really awesome how God raises the curtain of life for each person, in an episode that may be repeated every day, here in Antananarivo or in every corner of the earth, where darkness and bitterness are transformed into light and joy by the Grace of God.

Hieromonk Polycarpos Mikragiannanites

 http://orthodoxmission.org.gr/?p=1047

http://orthodoxmission.org.gr/2014/03/orthodox-mission-7/

This entry was posted in Αφρική, Africa, Ελλάδα - Greece, Εξωτερική Ιεραποστολή, Μαδαγασκάρη- Madagascar, Πατριαρχείο Αλεξανδρείας ( Greek Orthodox Patriarchate of Alexandria and all Africa ) and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s